CONSTANTINE CAVAFY/KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ-ΙΘΑΚΗ/ITHAKA-ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ/THE IDES OF MARCH

cavafy copy

ΙΘΑΚΗ

Σα βγείς στόν πηγαιμό γιά τήν Ιθάκη,

νά εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,

γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

Τούς Λαιστρυγόνας καί τούς Κύκλωπας,

τόν θυμωμένο Ποσειδώνα μή φοβάσαι,

τέτοια στόν δρόμο σου ποτέ σου δέν θά βρείς,

άν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, άν εκλεκτή

συγκίνησις τό πνεύμα καί τό σώμα σου αγγίζει.

Τούς Λαιστρυγόνας καί τούς Κύκλωπας,

τόν άγριο Ποσειδώνα δέν θά συναντήσεις,

άν δέν τούς κουβανείς μές στήν ψυχή σου,

άν η ψυχή σου δέν τούς στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.

Πολλά τά καλοκαιρινά πρωϊά νά είναι

πού μέ τί ευχαρίστησι, μέ τί χαρά

θά μπαίνεις σέ λιμένες πρωτοειδωμένους

νά σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,

καί τές καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις

σεντέφια καί κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους

καί ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής

όσο μπορείς πιό άφθονα ηδονικά μυρωδικά

σέ πόλεις Αιγυπτιακές πολλές νά πάς

νά μάθεις καί νά μάθεις απ’ τούς σπουδασμένους.

Πάντα στόν νού σου νάχεις τήν Ιθάκη.

Τό φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.

Αλλά μή βιάζεις τό ταξείδι διόλου.

Καλλίτερα χρόνια πολλά νά διαρκέσει

καί γέρος πιά ν’ αράξεις στό νησί

πλούσιος μέ όσα κέρδισες στόν δρόμο,

μή προσδοκώντας πλούτη νά σέ δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.

Χωρίς αυτήν δέν θάβγαινες στόν δρόμο.

Άλλα δέν έχει νά σέ δώσει πιά.

Κι άν πτωχική τήν βρείς, η Ιθάκη δέν σέ γέλασε.

Έτσι σοφός πού έγινες, μέ τόση πείρα,

ήδη θά τό κατάλαβες η Ιθάκες τί σημαίνουν.

ITHAKA

When you start on your way to Ithaka,

pray that your journey will be long,

full of adventures, full of knowledge.

Do not fear The Lestrygonyans,

the Cyclopes, or the angry Poseidon,

you will never run into things like that,

if your thoughts are kept high, if a clear,

excitement moves your body and your spirit.

You will never meet the Lestrygonians

or the Cyclops or the angry Poseidon

unless you carry them in your soul,

unless your soul raises them up in front of you.

Pray that the way is long.

Let the summer mornings be many

when you will enter with such pleasure, such joy,

harbors you have never seen before;

may you stop at Phoenician markets,

to buy their fine merchandise,

mother-of-pearl and coral, amber and ebony,

and pleasurable perfumes of every kind,

as many as you can get;

and may you visit a lot of Egyptian cities,

to learn and go on learning from their scholars.

Always maintain Ithaka in your mind.

Arrival there is your destiny.

But don’t hurry the trip at all.

Let it last for many years;

and when you reach the island and you are old,

rich with all you have gained on the way,

do not expect any further riches from Ithaka.

Ithaca gave you the beautiful voyage.

Without her you would never have started your journey.

She has nothing else to give you.

And if you find Ithaca poor, Ithaka has not tricked you.

You have become such a wise person, with so much experience,

you have already understood what Ithakas mean.

ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ

Τά μεγαλεία νά φοβάσαι, ώ ψυχή.

Καί τές φιλοδοξίες σου νά υπερνικήσεις

άν δέν μπορείς, μέ δισταγμό καί προφυλάξεις

νά τές ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,

τόσο εξεταστική, προσεκτική νά είσαι.

Κι όταν θά φθάσεις στήν ακμή σου, Καίσαρ πιά

έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,

τότε κυρίως πρόσεξε σάν βγείς στόν δρόμον έξω,

εξουσιαστής περίβλητος μέ συνοδεία

άν τύχει καί πλησιάσει από τόν όχλο

κανένας Αρτεμίδωρος, πού φέρνει γράμμα,

καί λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,

είναι μεγάλα πράγματα πού σ’ ενδιαφέρουν»,

μή λείψεις να σταθείς, μή λείψεις ν’ αναβάλλεις

κάθε ομιλίαν η δουλειά μή λείψεις τούς διαφόρους

πού σέ χαιρετούν καί προσκυνούν νά τούς παραμερίσεις

(τούς βλέπεις πιό αργά) άς περιμένει ακόμη

κ’ η Σύγκλητος αυτή, κ’ευθύς νά τά γνωρίσεις

τά σοβαρά γραφόμενα τού Αρτεμιδώρου.

 

THE IDES OF MARCH

Beware of grandeur, oh soul.

And if you can’t overcome your ambitions,

pursue them with hesitant precaution.

And the more you go forward, the more

inquiring and careful you must be.

And when you reach your zenith, as a Caesar at last;

when you take on the role of such a famous man,

then most of all be careful when you go out on the street,

like any famous master with your entourage,

if by chance some Artemidoros approaches

out of the crowd, bringing you a letter,

and says in a hurry “Read this at once,

these are serious matters that concern you,”

don’t fail to stop; don’t fail to postpone

every speech or task; don’t fail to turn away

the various people who greet you and bow to you

(you can see them later); let even the Senate wait,

for you must consider at once

the serious writings of Artemidoros.

~Κωνσταντίνος Καβάφης

~Constantine Cavafy-Translation by Manolis Aligizakis

ΜΗ ΣΗΜΑΔΕΨΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ/DON’T AIM AT MY HEART

ΜΗ ΣΗΜΑΔΕΨΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ

 

Αδερφέ μου, σκοπέ

αδερφέ μου, σκοπέ

σ’ ακούω νά περπατάς τή νύχτα πάνω στό χιόνι

σ’ ακούω πού βήχεις μέςσ τήν παγωνιά

σέ γνωρίζω, αδερφέ μου

καί μέ γνωρίζεις.

Στοιχηματίζω ότι έχεις μιά κοριτσίστικη φωτογραφία στήν

     τσέπη σου.

Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στό στήθος σου πως έχεις μιά

     καρδιά.

 

Θυμάσαι;

Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια

είχα κάποτε ονειρευτεί νά περπατήσουμε κοντά-κοντά

στό κούτελό σου ένα μικρό σημάδι απ’ τήν σφεντόνα μου

στό μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τά δάκρυά σου

στήν άκρη τής αυλής μας έχουν ξεμείνει τά σκολιανά παπού-

     τσια σου

στόν τοίχο τού παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα

μέ κιμωλία γραμμένα τά παιδικά μας όνειρα.

Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τίς σκάλες τών

     υπουργείων

τό βράδυ σταματάει στή γωνιά

κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ’ τό καρότσι τού πατέρα μου

κοιτάζονται μιά στιγμή καί χαμογελάνε

τήν ώρα πού εσύ γεμίζεις τ’ όπλο σου

κ’ ετοιμάζεσαι νά με σκοτώσεις.

 

Βασίλεψαν τά πρωϊνά σου μάτια πίσω από τό κράνος

άλλαξες τά παιδικά σου χέρια μ’ ένα σκληρό ντουφέκι

πεινάμε κι οι δυό γιά ένα χαμόγελο

καί μιά μπουκιά ήσυχο ύπνο.

 

Ακούω τώρα τίς αρβύλες σου στό χιόνι

σέ λίγο θά κοιμηθείς

καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου

άν τύχει νά δείς ένα μεγάλο αστέρι είναι πού θά σέ συλ-

    λογίζομια

καθώς θ’ ακουμπήσεις τ’ όπλο σου στή γωνιά θα ξαναγίνεις

     ένα σπουργίτι.

Κι όταν σού πούν νά μέ πυροβοβλήσεις

χτύπα με αλλού

            μή σημαδέψεις τήν καρδιά μου.

Κάπου βαθιά της ζεί τό παιδικό σου πρόσωπο.

Δεν θάθελα νά τό λαβώσεις.

Τάσος Λειβαδίτης

 

 

DON’T AIM AT MY HEART

 

Guard, my brother

guard, my brother

I hear your footsteps on the snow

I hear you coughing in the frost

I know you, my brother

and you know me.

I bet you have a girl’s picture

     in your pocket.

I bet you have a heart on the left

    side of your chest.

 

 

Do you remember?

Once you had a notebook with drawings of swallows

once I dreamed of us walking next to each other

on your forehead a mark from my slingshot

in my kerchief hidden I keep your tears

at the edge of our courtyard remnants are your Sunday

     shoes

on the wall of the old house still visible

our childish dreams written with a choke.

Your mother grew old sweeping the stairs

     of Ministries 

when evening comes she stops by the corner

and buys a few lit charcoals from my father’s cart

for a moment they stare each other, they smile

while you load your rifle

and get ready to shoot me.

 

Your morning eyes fell tired behind your helmet

you traded your child’s hands for the hard rifle

we are both hungry for a smile

and a bit of peaceful sleep.

 

Now I hear your boots on the snow

in a while you’ll go to sleep

good night, my sad brother

if you see a big star it is because I think

     of you

as you lean your rifle against the wall and again you turn

    into a sparrow.

And when they ask you to shoot me

aim someplace else

     don’t aim at my heart.

Deep inside it still resides your youthful face.
I wouldn’t want you to injure it.

 ~Tasos Livaditis-Translation by Manolis Aligizakis

 

Impact/Επίπτωση

Impact

     And since the new reality was upon us truly we 

accepted it: dead was our God. Buried him yesterday

afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations

and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as

the mood of the sombre day while fear, I would say,

deep in our hearts, hidden. Sorrow reigned in the black

funeral home office while just outside beggars stretched

their hands asking for what we couldn’t spare, decency

of the new serpent who appeared but without fangs,

feverish magnolia bloomed its purple flowers over

our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice

with courage and we mailed it to the four corners of

the universe and promised never to be trapped again  

in the idiocy of a system.

 

The Andian condor we declared heir of the flesh.

The wind and the rain we proclaimed our catharsis.

 

     Evoe, oh, free elements, evoe.

 

     ‘Multiply and conquer the earth’ someone said. And

it was good.

 

Επίπτωση

     Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε

ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς

τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια

κι ανάλαφροι ενιώσαμε τίποτα πιο πολύ δεν μας

γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,

θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.

Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο

έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε

το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε, ευπρέπεια

του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε, η μαγνόλια

που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω στο νυφικό

κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο

το δισκοπότηρό μας και το ταχυδρομήσαμε στα τέσσερα

της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος

θύματα να μην πέσουμε.

 

Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.

Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

 

      Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

 

     ‘Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη’

κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.

~Übermensch

~Υπεράνθρωπος