Constantine P. Cavafy/Κωνσταντίνος Π. Καβάφης



Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες

εκείνων πού πεθάναν, ή εκείνων πού είναι

γιά μάς χαμένοι σάν τούς πεθαμένους.

Κάποτε μές στά όνειρά μας ομιλούνε,

κάποτε μές στήν σκέψι τές ακούει τό μυαλό.

Καί μέ τόν ήχο των γιά μιά στιγμή επιστρέφουν

ήχοι από τήν πρώτη ποίησι τής ζωής μας—

σά μουσική, τήν νύχτα, μακρινή, πού σβύνει.


Ideal and beloved voices

of the dead or those who

for us are lost like the dead.

At times they talk in our dreams;

at times our minds hear them when in thought.

And with their sound, for a moment, echoes

return from the first poetry of our lives—

like distant music, at night, that slowly fades away.


Τιμή σ’ εκείνους όπου στήν ζωή των

ώρισαν καί φυλάγουν Θερμοπύλες.

Ποτέ από τό χρέος μή κινούντες,

δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τές πράξεις,

αλλά μέ λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία,

γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν

είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,

πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε,

πάντοτε τήν αλήθεια ομιλούντες,

πλήν χωρίς μίσος γιά τούς ψευδομένους.

Καί περισσότερο τιμή τούς πρέπει

όταν προβλέπουν (καί πολλοί προβλέπουν)

πώς ο Εφιάλτης θά φανεί στό τέλος,

κ’ οι Μήδοι επί τέλους θά διαβούνε.








Honor to those who in their lives

are committed to guard Thermopylae.

Never swerving from duty;

just and exact in all their actions,

but tolerant too, and compassionate;

gallant when rich, and when

they are poor, again a little gallant,

again assisting as much as they can;

Always speaking the truth,

but without hatred for those who lie.

And more honor is due to them

when they foresee (and many do foresee)

that Ephialtes will appear in the end

and the Medes will break through at last.


Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ

μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Καί κάθομαι καί απελπίζομαι τώρα εδώ.

Άλλο δέν σκέπτομαι: τόν νούν μου τρώγει αυτή η τύχη

διότι πράγματα πολλά έξω νά κάμω είχον.

Ά όταν έκτιζαν τά τείχη πώς νά μήν προσέξω.

Αλλά δέν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.

Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τόν κόσμον έξω.


Without much thought, without pity, without shame

they’ve built high, thick walls around me.

And now I sit here in despair.

I think of nothing else: this fate consumes my mind;

because I had so many things to do outside.

Ah, why didn’t I notice when they built the walls?

But I never heard the builders, or any sound at all.

Imperceptibly, they shut me off from the world.

~Constantine P. Cavafy/Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

~Translation by Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη