Yannis Ritsos-HELEN//Γιάννη Ρίτσου-Ελένη

Ritsos_front large


Wouldn’t you like me to ring the bell to bring you something? – some

         sweet black cherries

or a bit of candied bitter orange peel – perhaps I still have some left

in the big jars turned into congealed sugar by now – if of course the

greedy servants have left some. The last years I’ve been making

sweets – what else could one do?

                                              After Troy – our life in Sparta was

so boring – really isolated. All day long closed inside

          the houses

amid the crowded loot of so many wars and memories

faded and annoying, that crawled behind you in the


while you combed your hair or in the kitchen, they rose up

from greasy steam of the pot and you hear from within

         boiling water

some dactylic hexameters from that Third Rhapsody

while a rooster crows discordant nearby from the neighbor’s



You surely know how monotonous our life is. Even the


have the same shape and size – I don’t read them

          anymore. Every so often

flags on the balconies, national celebrations, army parades of

wound-up soldiers – only the cavalry maintained something


something personal – perhaps because of the horses. Dust would

         rise like a cloud

we closed the windows – what’s the use: after all one had to dust

one by one all the vases, little boxes, porcelain statuettes, mirrors,




Δε θάθελες να σημάνω το κουδούνι, να σου φέρουν κάτι; — λίγο βύσ-


ή λίγο νεραντζάκι, —  ίσως να μένει κάτι στα μεγάλα βάζα

ζαχαρωμένο πια, πηγμένο — αν βέβαια, κάτι έχουν αφήσει

οι λαίμαργες δούλες. Τα τελευταία χρόνια, καταπιανόμουν μονάχη

με τα γλυκίσματα — τί άλλο να κάνεις;

Ύστερα απ’ την Τροία, — η ζωή μας στη Σπάρτη

πολύ πληχτική — σωστή επαρχία: Όλη μέρα κλεισμένοι μες στα


ανάμεσα στα στριμωγμένα λάφυρα τόσων πολέμων, κι οι μνήμες,

ξέθωρες κ’ ενοχλητικές, να σέρνονται ξωπίσω σου, μες στον καθρέ-


όταν χτενίζεις τα μαλλιά σου, η μέσα στην κουζίνα, να προβαίνουν

μες απ’ τους λιπαρούς ατμούς της χύτρας και ν’ ακούς με το νερό

που κοχλάζει

κάτι δακτυλικούς εξάμετρους από κείνη την Τρίτη Ραψωδία

ενώ ένας πετεινός φωνάζει παράταιρα, κάπου σιμά, απ’ το κοττέ-

τσι του γειτόνου.

Την ξέρεις δα τη μονότονη ζωή μας. ΄Ώς κ’ οι εφημερίδες

ίδιες στο σχήμα, στο μέγεθος, στους τίτλους, — δεν τις διαβάζω

πια. Κάθε τόσο

σημαίες στα μπαλκόνια, εθνικές τελετές, στρατιωτικές παρελάσεις

σαν κουρντισμένες — μόνο το ιππικό διατηρούσε κάτι το αυτοσχέ-


κάτι προσωπικό — εξαιτίας των αλόγων ίσως. Σηκωνότανε σύννε-

φο η σκόνη

κλείναμε τα παράθυρα — να κάθεσαι ύστερα να ξεσκονίζεις ένα ένα

βάζα, κουτάκια, κορνίζες, πορσελάνινα αγάλμάτια, καθρέφτες,



~Γιάννη Ρίτσου-ΕΛΕΝΗ-Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Yannis Ritsos-HELEN/Translated by Manolis Aligizakis