(Salvatore Quasimodo)

Hermeticism in poetry, or hermetic poetry, is a form of obscure and difficult poetry, as of the Symbolist school, wherein the language and imagery are subjective, and where the suggestive power of the sound of words is as important as their meaning. The name alludes to the mythical Hermes Trismegistus, supposed author of mystic doctrines composed in the Neoplatonic tradition.
Hermeticism was influential in the Renaissance, after the translation of these Neoplatonic texts by Marsilio Ficino. Within the Novecento Italiano, Hermetic poetry became an Italian literary movement in the 1920s and 1930s, developing between the two world wars. Major features of this movement were reduction to essentials, abolishment of punctuation, and brief, synthetic compositions, at times resulting in short works of only two or three verses.
The term ermetismo was coined in Italian by literary critic Francesco Flora (although with a very generic and superficial connotation) in 1936 and recalls a mystic conception of the poetic word because it makes reference to the legendary figure of Hermes Trismegistus (Thrice-Great Hermes) going back to hellenistic times, with writings such as Asclepius and the Corpus Hermeticum attributed to him. During the same year (1936), Italian poet Carlo Bo published an essay on the literary magazine Frontespizio, by the title “Letteratura come vita (Literature as a way of life)”, containing the theoretical-methodological fundamentals of hermetic poetry.
On the literary plane, the term Hermeticism thus highlights a type of poetry which has a close (i.e., hermetic, hidden, sealed) character, complex in its construction and usually achieved by a sequence of analogies difficult to interpret.
At the movement’s core—which was modelled after the great French decadentist poets Mallarmé, Rimbaud and Verlaine—was a group of Italian poets, called hermeticists, who followed the style of Giuseppe Ungaretti and Eugenio Montale.
Rejecting any direct social and political involvement, in order to detach themselves from the fascist culture, the hermetic group used a difficult and closed style in the analogic form, with a constant emotional introspection. Among these young intellectuals, some took strong anti-fascist stances, with Romano Bilenchi, Elio Vittorini, Alfonso Gatto and Vasco Pratolini being the main dissidents. “Tradition is Hermeticism’s best ally”.
Hermetic poetry opposes verbal manipulation and the ease of mass communication, which began taking place during Europe’s dictatorial years, with the increasing brain-washing propaganda of the nazi-fascist regimes. Poetry therefore retreats into itself and assumes the task of returning sense to words, giving them back their semantic meaning, using them only when strictly necessary.
The hermetic poets pursue the ideal of a “pure poesy”, an essential composition without educational aims. Their central theme is the desperate sense of loneliness modern man experiences, having lost the ancient values and myths of the romantic and positivistic society, no longer retaining any certitudes to refer to. Man lives in an incomprehensible world, ravaged by wars and enslaved by dictatorships, therefore the poet has a disheartened vision of life, without illusions, and repudiates the word as an act of communication in order to give it an evocative sense only. So, hermetic poetry is poetry of moods, of interior reflection expressed by a subdued and pensive tone, through a refined and evocative language, concealing direct intimations to experience in a play of allusions.
To describe the fleeting course of human life, Quasimodo would compose this famous hermetic poem “Ed è subito sera”:
Ognuno sta solo sul cuor della terra
trafitto da un raggio di sole
ed è subito sera

Everyone stands alone on the heart of the earth
transfixed by a ray of sunlight
and it is suddenly night

Ο καθένας στέκεται μόνος του στη καρδιά της γης
καθηλωμένος από μια ηλιαχτίδα
και ξαφνικά είναι νύχτα
The hermetic poets took their inspiration from Ungaretti’s second book, Sentimento del Tempo (“The Feeling of Time”, 1933), with its complex analogies: one can thus consider Ungaretti as Hermeticism’s first exponent.
In the field of hermetic literary critique, Carlo Bo was its main interpreter, with his discourse La letteratura come vita (“Literature as a way of life”) dated 1938, where he wrote the actual hermetic manifesto by describing poetry as a moment of Absolute. Among the other critics and theoreticians, to be mentioned are Oreste Macrì, Giansiro Ferrata, Luciano Anceschi and Mario Luzi.
During the second half of the 1930s, and important hermetic group arose in Florence, around the Italian magazines Frontespizio and Solaria who were inspired by the works of Giuseppe Ungaretti, Salvatore Quasimodo e Arturo Onofri, and directly referred to European symbolism, also approaching more recent movements such as surrealism and existentialism.


Eρμητισμός στην ποίηση σύμφωνα με τον Εουτζένιο Μοντάλε (Hermeticism according to Eugenio Montale)

Δεν επεδίωξα ποτέ να γίνω δυσνόητος και ως εκ τούτου δεν νοιώθω ιδιαίτερα κατάλληλος να σας μιλήσω για τον υποτιθέμενο ιταλικό ερμητισμό, η ύπαρξη του οποίου προϋποθέτει την παρουσία στη χώρα μας – πράγμα για το οποίο πολύ αμφιβάλλω – μιας ομάδας συγγραφέων που συστηματικά θέτουν ως στόχο τους την κατάργηση της επικοινωνίας ανάμεσα στο δημιουργό και το κοινό. Θα προσπαθήσω ωστόσο να δώσω μια σύντομη απάντηση στα ζητήματα που εγείρουν οι ερωτήσεις σας. Αν αφήσουμε κατά μέρος την αξιοπρόσεκτη τάση των κριτικών προς τον δυσνόητο λόγο, πρόκειται στην καλύτερη περίπτωση για εκκολαπτόμενους ποιητές, οι οποίοι συνεργάζονται ή και μετέχουν σε μια ποιητική σχολή που γεννιέται ή θα μπορούσε να γεννηθεί ανεξάρτητα ίσως από τη συνεργασία τούτη. Κι ας παραλείψουμε επίσης τις συμπάθειες προς τον υπερρεαλισμό που εμφανίζονται εδώ κι εκεί στα γραπτά των νέων: καρπό του μιμητισμού είτε μιας εκλεκτικής συγγένειας που πάντως δεν έχει δώσει μέχρι στιγμής τίποτε το αξιόλογο. Αν τούτα καταλήξουν όντως σε κάτι, θα σφάλει όποιος προσπαθήσει να το κατανοήσει συγχέοντας τα πνευματιστικά αυτά δημιουργήματα με τα έργα τέχνης, όπως συνήθως τα εννοούμε. Ας περιοριστούμε λοιπόν στην ποίηση εκείνη που δεν γίνεται μεν κατανοητή κι ωστόσο επιζητά ολοφάνερα να κατανοηθεί, με άλλα λόγια να κριθεί σύμφωνα με τα κριτήρια των έργων τέχνης, των έργων πραγματικής επικοινωνίας. Και μέχρι να μπορέσει αύριο να γίνει κατανοητή, ας φροντίσουμε σήμερα, δίχως να δυσανασχετούμε, να αντιληφθούμε την αιτία του φαινομένου. Φαινόμενο το οποίο σχετίζεται άμεσα με την πορεία εκείνη της απελευθέρωσης, με την κατορθωμένη αυτονομία του καλλιτεχνικού γεγονότος που οι συγγραφείς των πραγματειών περί αισθητικής γνωρίζουν καλά και πρόσφατα μάλιστα υπήρξε το θέμα ενός γερά τεκμηριωμένου βιβλίου του Αντέσκι. Η ποίηση, για να περιοριστούμε σε αυτή, αναζήτησε τον ίδιο της τον εαυτό, τους νόμους της «καθαρότητάς» της, και μερικές φορές έφτασε μέχρι το σημείο να αντλήσει την ίδια την έμπνευσή της από την αυτοσυνειδησία τούτη. Ας ακολουθήσουμε, προκειμένου να διαφωτιστούμε, ένα ορισμένο νήμα σκέψεων μόνο και μόνο για να βρούμε ένα δρόμο (τα νήματα είναι βέβαια πάμπολλα). Είναι γνωστή η αντίληψη – που ο Πόου τη δανείστηκε από τον Κόλεριτζ – σύμφωνα με την οποία αποδεκτό και νόμιμο είναι μόνον το μικρό ποίημα· επειδή ακριβώς δεν γινόταν δεκτή μια αισθητική απόλαυση ή συγκίνηση μεγάλης διάρκειας. Για μια τέτοια θεωρία ένα εκτενές ποίημα δεν είναι παρά μια συγγραφή μικρών ποιημάτων, που η συνοχή τους είναι μάλλον πλαστή κι επιφανειακή. Αντίληψη στην οποία αντιτάχθηκε ( σε πιο πρόσφατη εποχή ) πώς η ηθικο-ψυχολογική ενότητα ενός εκτενούς ποιήματος είναι δυνατόν να δημιουργήσει έναν γενικό τόνο που συνενώνει με πολύ συγκεκριμένο τρόπο τα σκόρπια μέλη ενός ποιήματος. Η απάντηση δεν είναι αναντίλεκτη ( διαισθάνεται τι θα μπορούσε να αντιτάξει ένας Πόου, ένας Κρότσε, ένας Βαλερύ και μέχρι κι ένας… Λεοπάρντι )· ας αφήσουμε όμως προς το παρόν το ζήτημα αυτό κατά μέρος. Γεγονός πάντως είναι πως η θεωρία είχε απήχηση· όχι η θεωρία αυτή καθαυτή, εννοείται, μα τα έργα για τα οποία και από τα οποία γεννήθηκε μέσα σ’ ένα κλίμα προοδευτικής ευαισθητοποίησης και των άλλων τεχνών. Και το σύντομο ποίημα, το αυτόνομο ποίημα, εμπλουτισμένο ακριβώς με δάνεια κι από τις άλλες τέχνες, που κι αυτές με τη σειρά τους έιχαν αρχίσει να αποζητούν την αυτονομία τους, επικράτησε. Είναι ωστόσο σαφές πως το σύντομο ποίημα όφειλε να κερδίσει σε ένταση αυτό που είχε χάσει σε έκταση. Από το σύντομο όμως ποίημα σ’ έναν ποιητικό λόγο έντασης και πυκνότητας ο δρόμος δεν είναι μεγάλος· κι ακόμη μικρότερος είναι ο δρόμος από την ένταση στο δυσνόητο ποίημα. Και να λοιπόν που φτάσαμε σε μια ικανοποιητική εξήγηση: μια από τις πολλές, εξηγούμαι. Ο υποτιθέμενος δυσνόητος ποιητής έιναι, στην ευνοϊκότερη γι’ αυτόν εκδοχή, εκείνος που δουλεύει το ποίημά του ως αντικείμενο, επισωρεύοντας ενστικτωδώς σ’ αυτό αισθήσεις και υπεραισθήσεις, συμφιλιώνοντας μέσα σε τούτο τα ασυμφιλίωτα, ώστε να το καταστήσει το σταθερό, το ανεπανάληπτο, το οριστικό σύστοιχο της εσωτερικής του εμπειρίας. Ας σημειωθεί πως ο σύγχρονος ποιητής, αυτόνομος ως προς την αυστηρότητα με την οποία εξοβελίζει από το δημιούργημά του κάθε τελεολογικό στοιχείο, εξω-αισθητικό, είναι κάθε άλλο παρά αυτόνομος στο να ορίζει την τέχνη του, και δέχεται σημαντικά δάνεια από τις άλλες τέχνες, οι οποίες με τη σειρά τους δανείζονται εξίσου από τη δική του, την ποίηση. Αυτό περιπλέκει ακόμα περισσότερο τη φύση του ποιητικο-εικαστικο-μουσικού προϊόντος μας και αυξάνει, κατά περισσότερο από μία έννοια, τις πιθανές αιτίες της δυσκατανοησίας. Μία ωστόσο παραμένει η γενικότερη τάση, στις πάμπολλες βέβαια εκδοχές της, και είναι η τάση προς το αντικείμενο, προς την τέχνη που έχει ενδυθεί και σαρκωθεί το ίδιο το εκφραστικό της μέσο, προς το πάθος που μεταμορφώνεται σε πράγμα. Και ας προσέξουμε πως εδώ δεν εννοούμε ως πράγμα την εξωτερική μεταφορά, την περιγραφή, μα μονάχα την αντίσταση της λέξης μέσα στη συντακτική της αλληλουχία, την αντικειμενική περαιωμένη σημασία ( όχι την παρνασσική ) μιας μορφής sui generis, που κρίνεται κατά περίπτωση. Ποίηση που στρέφεται ενάντια στην παράδοση; Όχι βέβαια, ποίηση που ανήκει στη μόνη παράδοση για την οποία η Ιταλία, εδώ και αιώνες, μετράει στον κόσμο. Ποίηση απομακρυσμένη από τη περί φαντασίας αντίληψη που διαμορφώθηκε από τον Βίκο μέχρι και τον Ντε Σάνκτις; Κάθε άλλο, διότι όχι μόνον σχετίζεται με αυτήν αλλά και απορρέει κατά κάποιο τρόπο από την ιδεαλιστική φιλοσοφία, αν πράγματι η φιλοσοφία τούτη, που τώρα έχει αποσυντεθεί σε μια νέα και βαθύτατη εμπειρία, αποτελεί μία από τις αιτίες που οδήγησαν στη σημερινή « ευαισθητοποίηση » των τεχνών. Εδώ όμως αγγίζουμε το πιο δύσκολο σημείο. Η λυρική ποίηση, ως είδος, είναι μια αφαίρεση και μπορεί να γίνει συγκεκριμένη μόνον σε ορισμένες περιπτώσεις· η ποίηση, που εισήλθε πριν από λίγο στον κύκλο των Καλών Τεχνών, τείνει και θα τείνει για πάντα να εξέλθει από αυτόν ( το οποίο σημαίνει ότι τείνει και θα τείνει πάντα πάλι να εισέλθει – καταπώς η κίνηση του εκκρεμούς ). Το αντικειμενικό πρέπει να δικαιολογηθεί από το υποκειμενικό που υποδηλώνει, από την ψυχή· τα εξωποιητικά στοιχεία, που βγάλαμε από την πόρτα, ξαναμπαίνουν από το παράθυρο. Ευτυχώς! Ανοίγεται εδώ ένα ευρύτατο πεδίο στις έρευνες των μελλοντικών οπαδών του ιστορικισμού που οφείλουν να αποσπάσουν τις ψυχές μας από τα έργα μας και να βρουν το νήμα που συνδέει το παρελθόν με το μέλλον· προς μεγάλη σύγχυση των ακραιφνών αισθητών που δεν καταφέρνουν να αναγάγουν τον Λόγο σε κάποιον γενικό νόμο και προς μεγάλη ανακούφιση όσων επιμένουν πως δεν υπάρχει μεγάλη ποίηση δίχως μεγάλες ψυχές.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s