Ritsos_front large

They also died naturally and unexpectedly. And they had left
some little bags with stale legumes and some others
with lead balls or with seeds of flowers and vegetables.
No one has opened them since. No one learned what they thought
about the duration in general or their personal duration.
To me – said Maria – it’s impressive that each little bag
is tied with a string of different color – yellow, purple,
olive green, silver. There is no red. Maria said this
and all of a sudden her face quite inexplicably turned red. We
bowed our heads as though being sorrowful; we agreed. Later on
the strings discolored – it wouldn’t show that the red was missing.


Πέθαναν κι αυτοί το ίδιο φυσικά κι απροσδόκητα. Κι είχαν αφήσει
κάτι μικρά σακούλια με μπαγιάτικα όσπρια και κάτι άλλα
με μολυβένιους βώλους ή σπόρους φυτών και λουλουδιών. Κανένας
δεν τ’ άνοιξε έκτοτε. Κανένας δεν έμαθε τί σκέφτονταν
για τη διάρκεια γενικώς ή την προσωπική τους διάρκεια. Εμένα
—είπε η Μαρία—μου κάνει εντύπωση που το κάθε σακούλι
είναι δεμένο με σπάγκο σε άλλο χρώμα,—λεμονί, μενεξεδένιο,
λαδί, ασημί. Κόκκινο δεν υπάρχει. Έτσι είπε η Μαρία
και μονομιάς κοκκίνησε ανεξήγητα το πρόσωπό της. Εμείς
γείραμε το κεφάλι, σαν θλιμμένοι, συμφωνήσαμε. Αργότερα
ξεθώριασαν κι οι σπάγκοι—δε φαινότανε πια που το κόκκινο λείπει.

Yannis Ritsos-Selected Poems, Ekstasis Editions, summer 2013, translated by Manolis Aligizakis


Chloe 2


I cut my childhood with the scissors
two black and white little girls
that vaguely float and
break to pieces falling on the floor.
Have I ever had a twin sister
or was I the one who was never born?
A photograph shivers
shining and silvery in its jar
strange that every time
I remove the scales
the viscera, memories, fins
the head that I put in the oven and
then I carefully cut slices of veins
I remember better.

I cut the soft cauliflower of the brain with the scissors
the one that often fills with sea
my mother would say to me
don’t put your hand under your white dress
the key turns a door lock
a house goes in circles
hold the red shoes in your hands

Mon and dad smile
my brother behind me holds my hand
you betray me again and again
and I leave myself in a room

I cut this poem with the scissors
perhaps it is your body
perhaps it is the stranger’s
who vanish after you sleep with him


Κόβω με ένα ψαλίδι την παιδική μου ηλικία,
δύο μαυρόασπρα κοριτσάκια
που επιπλέουν θολά
θρυμματίζονται στο πάτωμα.
Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή
ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ;
Μία φωτογραφία σπαρταράει
ασημένια και στιλπνή μέσα στην γυάλα της.
Είναι παράξενο πως κάθε φορά
τα λέπια που αφαιρώ
τα εντόσθια τις μνήμες τα πτερύγια
όταν βάζω στο φούρνο το κεφάλι
και μετά κόβω προσεκτικά φέτες τις φλέβες
θυμάμαι πιο βαθιά.

Κόβω με ένα ψαλίδι το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου
αυτό που γεμίζει συνέχεια θάλασσα
Μη έλεγε η μαμά
Μη βάζεις το χέρι κάτω από το λευκό φουστάνι
το κλειδί γυρνάει μία πόρτα
ένα σπίτι περιστρέφεται
κράτα στο χέρι τα κόκκινα παπούτσια.

Η μαμά και ο μπαμπάς χαμογελούν
ο αδελφός από πίσω μου σφίγγει το χέρι
εσύ με προδίδεις ξανά και ξανά
κι εγώ σε ένα δωμάτιο με εγκαταλείπω πάλι.

Κόβω με ένα ψαλίδι αυτό το ποίημα.
Κορμί είναι μπορεί δικό σου,
μπορεί κάποιου ξένου
από αυτούς που κοιμάσαι και χάνονται.

~ Cloe Koutsoubelis, translated by Manolis Aligizakis



Ο Αφέντης της Καρύταινας, ο εξάκουστος εκείνος…
~Χρονικόν του Μορέως

Ποιος είν’ αυτός που σήκωσε πολεμικό χαζράνι
κ’ όλη τη νύχτα περπατεί, σε βαλτονέρια οδεύει
το μέτωπό του κόσμησε με σέλινα και σμύρτα
και σκέπασε τη γύμνια του με λυρικά παλτά;

Ποιος είν’ αυτός που στα θαμπά της θλίψης μεσημέρια
μ’ όλο τον κόσμο τάβαλε και βγήκε νικητής
που μες’ στους κάμπους έσυρε ολόξανθες πλεξούδες
γέμισε τάφρους κι’ εγκρεμούς με μάτια λαμπερά;

Αυτός που μες στα στήθια του ξανάζησε το μύθο
του όνειρου και της ζωής, του νου και του κορμιού
που είταν καράβι κι’ έφυγε να μην ξαναγυρίσει
που είταν σαν άγαλμα στητό σ’ ερήμους αιγιαλούς;

Που όταν ο ήλιος έδυε πίσω απ’ τα κορφοβούνια
εφάνταζε ολόλαμπρος ωσάν το σταυραητό
που είναι της μέρας καύχημα και της αυγής σκουτάρι
της νύχτας άξιος εραστής σε μυστικούς σηκούς;

Αν είν’ αυτός π’ αγάπησαν οι δεκατρείς νεράϊδες
προτού πλησιάσει ας πάη να πιη τ’ αθάνατο νερό
κι αν είν’ αυτός ο λυτρωτής ο εικονισματάρης
προτού μιλήσει ο ίσκιος του ας σβύση κι ας χαθή.

Χρόνια τον επροσμένανε στα ερειπωμένα σπίτια
και σε καθρέφτες σκοτεινούς, στα τζάμια τα κλειστά
καρδιές που ώργωσε βαθειά ο πόνος της αγάπης
μάτια που ώργισε φριχτά των πόθων ο καϋμός.

Κι ως έρθει το πελέκι του, ψηλά θαν το σηκώσει
θα θρέψη μ’ αίμα ποταμούς ηρωική φωτιά
τα σπλάχνα που ξερρίζωσε στους άνεμους θα σπείρη
και θα σταθή εκδικητής στο Κάστρο της Σιωπής.

The master of Karytaina, that famous one
~Chronicle of Moreas

Who is he who raised the staff of war
who walked all night and strode over bog waters
he who adorned his forehead with celery and myrtle
and covered his nakedness with lyrical coats?

Who is he who during the foggy noon of sorrow
battled against all others and turned victorious
who dragged golden braids on green plains
who filled trenches and crevasses with bright eyes?

He who in his heart relived the myth
of life and dream, of the mind and body
he who was a ship that left never to return
who was like a statue standing on desolate shores?

He who when the sun went down behind the mountain ridge
shone resplendent like a spotted eagle
who was the day’s boasting and shield of dawn
worthy lover of the night in secret temples?

If it’s he who was loved by the thirteen fairies
let him drink the water of immortality before he comes near
and let him be the saviour depicted in the icons
before he speaks let his shadow dissolve and vanish.

They’ve longed for him in the devastated houses
and in the dark mirrors behind the shut windows
hearts deeply ploughed by the ache of love
eyes terribly angered by the grief of lust.

And when he comes he will raise his axe up high
he will make the rivers contend of blood, heroic fire,
the viscera he uprooted he will scatter to the winds
and he will stand at the Tower of Silence: avenger

~Nikos Engonopoulos, translated by Manolis Aligizakis