Manolis Anagnostakis (10 March 1925 – 23 June 2005) was a Greek poet and critic at the forefront of the Marxist and existentialist poetry movements arising during and after the Greek Civil War in the late 1940s. Anagnostakis was a leader amongst his contemporaries and influenced the generation of poets immediately after him. His poems have been honored in Greece’s national awards and arranged and sung by contemporary musicians. In spite of his accomplishments, Philip Ramp notes that Anagnostakis “is the least known, to an English speaking audience, of the major Greek poets of his generation.”
Anagnostakis was born in Thessaloniki and trained as a doctor, specializing in radiology. During the chaotic period of 1944, Anagnostakis served as the Editor-in-Chief of Xekinima (The Start), a student magazine. Anagnostakis’ first book of poetry, Epoches (Seasons) was published in 1945, at which point, according to Ramp, the poet’s Marxist “dream had already failed him”. His left-wing sympathies had inspired him to join the Resistance, which would lead to his being sentenced to death by a military court during the Civil War. Arrested for his involvement with the Student Movement at the University of Thessaloniki in 1948, Anagnostakis spent several years in Heptapyrgion, a state prison. His second volume, Epoches 2 was published after he was imprisoned in 1948. In the next year, Anagnostakis was both expelled from the Communist Party of Greece and tried in court. He received a death sentence, but out-Seasons,survived the regime. Upon his release in 1951, he published the last book in the cycle.
Anagnostakis began a new cycle of work with his Synecheia (The Continuation), in 1954, and its sequel in 1955. A collection of his works was published the next year. The poet spent 1955 and the next year in Vienna, continuing his medical studies in radiology, before returning to Greece. He spent 1959 through 1961 as editor of Criticism, a journal of literary criticism, and finished his Continuation cycle in 1962. While he did not publish any more major works until 1971’s Ta piimata 1941-1971, (The Poems 1941-1971), he continued to contribute to newspapers and magazines.
Although Anagnostakis’ 1971 collection represented the end of the published works he was best known for, his existentialism-influenced verse left its mark on a younger generation of Greek poets. This influence is in part owing to his poetry having been set to music by Mikis Theodorakis, as part of his Ballades cycle, written during the seven-year Regime of the Colonels. The Ballades have been performed by vocalist Margarita Zorbala (recorded on her 1975 debut album), amongst others. Anagnostakis moved his practice and family to Athens in 1978. Lakis Papastathis produced a 52-minute film, Manolis Anagnostakis, on Anagnostakis’ life, for the Greek television series Paraskenio in 1983. Two volumes of Anagnostakis’, another collection and O piitis Manussos Fassis, (The Poet Manussos Fassis) were issued in the following four years. Anagnostakis died June 23, 2005 in Athens.
Anagnostakis’ poetry has been described as “terse”. His early works may be comparable in number of lines to Cavafy, but do contain single-word lines and single-line verse paragraphs. Other characteristics of the early poems are its “bold, conversational tone”, sometimes in the form of an epistle, and at others culminating in direct advice to the reader. This style, along with Anagnostakis’ simple, direct description of a hostile world was emulated by other left-wing poets of his generation.
Beaton also notes “a deep distrust of the poet’s very medium, which runs through almost all the poetry of his generation”, as, for instance, in the poem “Now He Is A Simple Spectator”. Also unusual amongst those contemporary poets sharing Anagnostakis’ politics is Anagnostakis’ use of Christian imagery in his poetry, and, unusual amongst Greek poets in general is a lack of romanticizing of the sea.
In the Synecheia series, written between the Civil War and the Regime of the Colonels, Vangelis Hadjivassiliou notes that Anagnostakis extends that ambivalence to his politics, as well. Anagnostakis asserts both that “…the War is not over yet…/ For no war is ever over!” and that he is “Laughing at your wealth of armours/ Suddenly infiltrating your lines/ Upsetting the solid arrays”.
The O stochos poems were written during the Regime of the Colonels. This work contains poems differing from the above characterizations of Anagnostakis as “ambivalent” and “grim”. The book contains both a defense of poetry (“Poetics”), and a sardonic response to Cavafy’s “Young Men of Sidon (A.D. 400)”, titled “Young Men of Sidon, 1970”, which defends levity against the demand for seriousness from Cavafy’s “vivacious young man”. Ekdotike Athenon S.A. cites the work as exemplary of Greek poetry after the Second World War, describing it as “[representing] the social questioning typical of the poetry of the post-war generation”.
The post-1971 poems were, in some cases, even more terse than the Epoches poems, often being only epigrams. Categorizing Anagnostakis’ poetry into a movement has proven somewhat challenging for critics. Hadjivassiliou characterizes the period of the Continuations as “wholly political”. Nassos Vagenas, on the other hand, divides post-war Greek poetry into Marxist, existentialist, and surrealist, and then places Anagnostakis in the existentialist movement. Ramp suggests that the poet’s lack of recognition outside of Greece can be attributed to the fact that Anagnostakis’ poetry is politically “committed”, but agrees that the poetry is not influenced by surrealism.


Με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα χρόνων από τον θάνατο του Μανόλη Αναγνωστάκη, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Megaron Plus, τίμησε τη μνήμη του μεγάλου ποιητή.

Στην εκδήλωση μνήμης συμμετείχαν και μίλησαν: για τη σατιρική ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη ο καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ευριπίδης Γαραντούδης, για τη λογοτεχνική κριτική του ο ποιητής και κριτικός Νάσος Βαγενάς, για την υπόλοιπη συγγραφική δραστηριότητά του ο μελετητής λογοτεχνίας Γιώργος Ζεβελάκης. Τέλος, ο σκηνοθέτης και πεζογράφος Λάκης Παπαστάθης θα μιλήσει για τις συνεντεύξεις που είχε παραχωρήσει ο ποιητής στην τηλεοπτική εκπομπή «Παρασκήνιο», ενώ παράλληλα θα υπάρχει προβολή αποσπασμάτων από αυτές τις συνεντεύξεις, με τον Μανόλη Αναγνωστάκη να μιλά για την τέχνη του και την εποχή του. Την εκδήλωση, την οποία επιμελήθηκε ο Νάσος Βαγενάς, συντόνισε η καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ, Χριστίνα Ντουνιά.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ποιητές και δοκιμιογράφους της μεταπολεμικής γενιάς. Φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, ενώ χαρακτηρίστηκε ο «ποιητής της ήττας» αφού οι στίχοι του αποτύπωσαν τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς. «Δεν είναι ποίηση της ήττας. Είναι μια αγωνία για την εποχή», έλεγε ο ίδιος. «Κατά καιρούς μ’ έχουν χαρακτηρίσει καθαρά πολιτικό ποιητή. Προσωπικά δεν νομίζω ότι είμαι πολιτικός ποιητής. Είμαι ερωτικός και πολιτικός μαζί. Συνδυάζονται αυτά τα δύο. Είναι η εποχή που τα συνδύαζε αυτά τα δύο. Δηλαδή δεν μπορούσε να είναι κανείς ερωτικός ποιητής, ξεχνώντας το πολιτικό πλαίσιο εκείνης της εποχής που ήταν φουντωμένα τα πολιτικά πάθη. Υπήρχε το πολιτικό στοιχείο μέσα, η έκφραση της πολιτικής, μέσα από μια ερωτική κατάσταση όμως. Δεν είμαι επαγγελματίας ποιητής. Αισθάνομαι την ποίηση σαν τρόπο έκφρασης επειδή δεν μπορούσα να εκφραστώ διαφορετικά. Δηλαδή ήταν η εποχή τόσο πιεσμένη, τόσο δύσκολη, που μόνο εκφράζοντας τον πόνο του μπορούσε κανείς να την αντέξει».

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 10 Μαρτίου του 1925. Σπούδασε Ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ. Την διετία 1943-1944 διετέλεσε αρχισυντάκτης του περιοδικού «Ξεκίνημα», του εκπολιτιστικού ομίλου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ενώ την ίδια περίοδο εμφανίστηκαν τα πρώτα του γραπτά στο περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα».
Το 1948 φυλακίστηκε για την έντονη δράση του στο φοιτητικό κίνημα. Το επόμενο έτος καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο, όμως απελευθερώθηκε με την γενική αμνηστία το 1951. Τα χρόνια 1955-1956 ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στην Βιέννη και στη συνέχεια άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου στην Θεσσαλονίκη. Την περίοδο 1959 – 1961 εξέδωσε το περιοδικό «Κριτική» ενώ υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των «Δεκαοκτώ κειμένων» (1970), των «Νέων Κειμένων» και του περιοδικού «Η Συνέχεια» (1973). Το 1978 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Τιμήθηκε με το «Κρατικό Βραβείο Ποίησης» (1986) και το «Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας» (2002), ενώ αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης έφυγε από τη ζωή στις 23 Ιουνίου του 2005, στην Αθήνα. Άφησε πίσω του 88 δημοσιευμένα ποιήματα που γράφτηκαν από το 1941 έως το 1971. Το 1979 κυκλοφόρησε ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του, και το 1983 κυκλοφόρησε το αυτοβιογραφικό σχόλιο «Y.Γ.» σε ιδιωτική έκδοση. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ενώ μελοποιήθηκαν από συνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Μιχάλης Γρηγορίου, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου.

Luka Lesson, Anonymous

To Koskino

Here it is team… the new video for “Anonymous”!
Massive, massive thanks to Toby Finlayson, Isa Catepillán and Nicky Akehurst for all your help with my vision and the hectic shoot.
And special mention for the cameos by the brothers Deekay and Douglas Patrick AKA DCP – Kings the pair of you.
Shout outs also to Jordan Mitchell on the beat.

View original post

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Τέσσερα ποιήματα

To Koskino


Κάποιος ήθελε σπίτια από σάρκα και αίμα

εγώ προσωπικά τα προτιμώ από πέτρα

πεισματικά αντιστέκονται μ’ όλες τους τις ρωγμές

αξιοπρεπή μέχρι την ώρα του εκσκαφέα

Μα οι πλατείες πρέπει νάναι γεμάτες αίμα

υπόγλυκο, ανεξίτηλο, κι ακόμα

να σχεδιαστούν μέσα σε ανθρώπινα καλούπια –

καθώς σιγά σιγά γερνούν νάχουν τα χρόνια

του αγοριού που βλέπει με άλλα μάτια.

Παράδειγμα η πλατεία Ναυαρίνου, είναι καινούργια
παιδιά και σιντριβάνια παίζουν στα παρτέρια

σαν σκηνικό τη νύχτα της σφαγής


Τι μένει λοιπόν

Τι μένει λοιπόν μες στο πικρό μεσοκαλόκαιρο

μες στο μυχό ενός κόλπου ξαπλωμένος

και η θάλασσα ευτυχισμένη, αδιάφορη

δέντρα και βότσαλα και φύκια κι ο καινούργιος άνεμος

Και συ, φωνή ελπίδας, ταξιδιώτη που έρχεσαι

με τους ατμούς ενός μεσημεριού στα συνεργεία

φωνή που χρόνια έχτιζα, πεθαίνεις


Η κατεδάφιση

Καθώς συνθλίβονταν σιγά σιγά το σιδερένιο πλέγμα

κι αιμορραγούσε απ’ τους προβολείς, δεν μίλησα

για ολονύχτιο όργιο αίματος μες στα…

View original post 126 more words

Το αντίο του Gabriel Garcia Marquez στους φίλους του

Ανθολόγιον Sapere aude!

Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται!

marquez«Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.

View original post 689 more words




I am a tranquilizer.
I am effective at home.
I work well at the office
I take exams
I appear in court
I carefully mend broken crockery—
all you need do it take me
dissolve me under the tongue
all you need do is swallow me
just wash me down with water.

I know how to cope with misfortune
how to endure bad news
take the edge of injustice
make up for the absence of God
help pick out your widow’s weeds
What are you waiting for—
have faith in chemistry’s compassion.

You’re still a young man/woman
you really should settle down somehow.
Who said
life must be loved courageously?

Hand your abyss over to me—
I will line it with soft sleep
You’ll be grateful for
the four-footed landing.

Sell me your soul.
There’s no other buyer likely to turn up.

There’s no other devil left.


Είμαι ναρκωτικό.
Επιδρώ καλά όταν με πιείς στο σπίτι.
Επιδρώ θετικά και στο γραφείο
περνάω εξετάσεις
παρουσιάζομαι στο δικαστήριο
ξανακολλώ σπασμένα κατσαρολικά—
μόνο πρέπει να με πιείς
να λυώσω κάτω απ’ τη γλώσσα σου
μόνο να με καταπιείς
με μια γουλιά νερό

Γνωρίζω να αναιρώ την ατυχία
να υπομένω τα δυσάρεστα νέα
να κάνω πιο ομαλή την αδικία
να εξαλείφω την έλλειψη του Θεού
να ελαφρύνω τον πόνο της χήρας
τί περιμένεις—
έχε εμπιστοσύνη στη συμπόνια της χημείας

Είσαι ακόμα νέα/νέος
καιρός να κατασταλλάξεις κάπου.
Ποιος είπε
ότι πρέπει να ζούμε τη ζούμε με θάρρος;

Έλα δώσε μου την άβυσσό σου
θα την απαλύνω με τον ύπνο
θα μ’ ευγνωμονείς
για την στα τέσσερα προσγείωσή σου

Πούλησέ μου την ψυχή σου.
Δεν υπάρχει άλλος αγοραστής.


The professor has already died three times.
After the first death he was told to move his head.
After the second death he was told to sit up.
After the third he was even stood on his feet,
propped up by a stout and robust nanny:
let’s go for a nice walk now.

the brain has been badly damaged in an accident
look, it’s just a miracle the problems he’s overcome:
left right, light dark, tree grass, hurts eat.

Two plus two, professor?
Two, says the professor.
This time the answer’s better than before.

Hurts, grass, sit, bench.
And at the end of the path, once again, old as time,
cheerless, pallid,
thrice banished
the nanny they say is the real one.

The professor is just dying to be with her.
Once again he pulls away from us.


Ο καθηγητής έχει πεθάνει τρεις φορές κιόλας.
Μετά τον πρώτο θάνατο του είπαν να κουνήσει το κεφάλι του.
Μετά τη δεύτερο θάνατο του είπαν να ανακάτσει.
Μετά την τρίτη φορά σηκωνόταν όρθιος
με τη βοήθεια της σθεναρής κι εποίμονης νοσοκόμας:
ας πάμε για ένα ωραίο περίπατο τώρα.

Ο εγκέφαλος είχε τραυματιστεί άσχημα απ’ το ατύχημα
κοίταξε, είναι θαύμα που ξεπέρασε όλες τις δυσκολίες:
αριστερό – δεξί, φως – σκοτάδι, δέντρο – γρασίδι, πονάει – τρώγε.

Δύο και δύο πόσα κάνουν, κύριε καθηγητά;
Δύο, απαντά εκείνος.
Αυτή τη φορά η απάντηση είναι καλύτερη από πριν.

Πονάει, γρασίδι, κάθησε, παγκάκι.
Και στο τέλος του μονοπατιού, ξανά, γέρος σαν τον χρόνο
αγέλαστος, κατάχλωμος
τρεις φορές τιμωρημένος
η νοσοκόμα αυτή είναι, λένε, είναι η καλύτερη.

Ο καθηγητής πεθαίνει να ` ναι μαζί της.
Για μια φορά ακόμα φεύγει μακριά μας.

He came home. Said nothing.
Through it was clear something unpleasant had happened.
Put his head under the blanket.
Drew up his knees.
He’s about forty, but not at this moment.
He exists—but only as in his mother’s belly
seven layers deep, in protective darkness.
Tomorrow he will give a lecture on homeostasis
in megagalactic cosmonautics.
For now he’s curled up, fallen asleep.


Γύρισε στο σπίτι. Δεν είπε λέξη.
Παρ’ όλο που ήταν φανερό
ότι κάτι άσχημο είχε συμβεί.
Έχωσε το κεφάλι του κάτω απ’ την κουβέρτα.
Δίπλωσε τα πόδια του.
Είναι γύρω στα σαράντα αλλά όχι αυτή τη στιγμή.
Υπάρχει μόνο στης μάνας του την κοιλιά
μέσα σε επτά στρώματα προστατευτικό σκότος.
Αύριο θα δώσει μία διάλεξη για την ομοιοστατική
σε γιγάντιους γαλαξίες και κοσμοναυτική.
Για την ώρα έχει κουρνιάσει, και κοιμάται.
Maria Wisława Anna Szymborska (2 July 1923 – 1 February 2012) was a Polish poet, essayist, translator and recipient of the 1996 Nobel Prize in Literature. Born in Prowent, which has since become part of Kórnik, she later resided in Kraków until the end of her life. She is described as a “Mozart of Poetry”. In Poland, Szymborska’s books have reached sales rivaling prominent prose authors: although she once remarked in a poem, “Some Like Poetry” (“Niektórzy lubią poezję”), that no more than two out of a thousand people care for the art.
Szymborska was awarded the 1996 Nobel Prize in Literature “for poetry that with ironic precision allows the historical and biological context to come to light in fragments of human reality”. She became better known internationally as a result of this. Her work has been translated into English and many European languages, as well as into Arabic, Hebrew, Japanese and Chinese.
Wisława Szymborska was born on 2 July 1923 in Prowent, Poland (now part of Kórnik, Poland), the daughter of Wincenty and Anna (née Rottermund) Szymborski. Her father was at that time the steward of Count Władysław Zamoyski, a Polish patriot and charitable patron. After the death of Count Zamoyski in 1924, her family moved to Toruń, and in 1931 to Kraków, where she lived and worked until her death in early 2012
When World War II broke out in 1939, she continued her education in underground classes. From 1943, she worked as a railroad employee and managed to avoid being deported to Germany as a forced labourer. It was during this time that her career as an artist began with illustrations for an English-language textbook. She also began writing stories and occasional poems. Beginning in 1945, she began studying Polish literature before switching to sociology at the Jagiellonian University in Kraków. There she soon became involved in the local writing scene, and met and was influenced by Czesław Miłosz. In March 1945, she published her first poem “Szukam słowa” (“Looking for words”) in the daily newspaper, Dziennik Polski. Her poems continued to be published in various newspapers and periodicals for a number of years. In 1948, she quit her studies without a degree, due to her poor financial circumstances; the same year, she married poet Adam Włodek, whom she divorced in 1954 (they remained close until Włodek’s death in 1986). Their union was childless. Around the time of her marriage she was working as a secretary for an educational biweekly magazine as well as an illustrator. Her first book was to be published in 1949, but did not pass censorship as it “did not meet socialist requirements”. Like many other intellectuals in post-war Poland, however, Szymborska adhered to the People’s Republic of Poland’s (PRL) official ideology early in her career, signing an infamous political petition from 8 February 1953, condemning Polish priests accused of treason in a show trial.[9][10][11] Her early work supported socialist themes, as seen in her debut collection Dlatego żyjemy (That is what we are living for), containing the poems “Lenin” and “Młodzieży budującej Nową Hutę” (“For the Youth who are building Nowa Huta”), about the construction of a Stalinist industrial town near Kraków. She became a member of the ruling Polish United Workers’ Party.
Like many communist intellectuals initially close to the official party line, Szymborska gradually grew estranged from socialist ideology and renounced her earlier political work. Although she did not officially leave the party until 1966, she began to establish contacts with dissidents. As early as 1957, she befriended Jerzy Giedroyc, the editor of the influential Paris-based emigré journal Kultura, to which she also contributed. In 1964, she opposed a Communist-backed protest to The Times against independent intellectuals, demanding freedom of speech instead.[12]
In 1953, Szymborska joined the staff of the literary review magazine Życie Literackie (Literary Life), where she continued to work until 1981 and from 1968 ran her own book review column, called Lektury Nadobowiązkowe. Many of her essays from this period were later published in book form. From 1981–83, she was an editor of the Kraków-based monthly periodical, NaGlos (OutLoud). In the 1980s, she intensified her oppositional activities, contributing to the samizdat periodical Arka under the pseudonym “Stańczykówna”, as well as to the Paris-based Kultura. The final collection published while Szymborska was still alive, Dwukropek, was chosen as the best book of 2006 by readers of Poland’s Gazeta Wyborcza.[4] She also translated French literature into Polish, in particular Baroque poetry and the works of Agrippa d’Aubigné. In Germany, Szymborska was associated with her translator Karl Dedecius, who did much to popularize her works there.

Βισλάβα Συμπόρσκα–Βιογραφία

Η Βισουάβα Σιμπόρσκα (Wislawa Szymborska) γεννήθηκε το 1923 στο Κούρνικ της Πολωνίας (περιοχή της επαρχίας Πόζναν) κι από εκεί μετακινήθηκε στα οκτώ της χρόνια στην Κρακοβία, τόπο μόνιμης διαμονής της έκτοτε, ως το θάνατό της, την 1η Φεβρουαρίου του 2012, σε ηλικία 88 ετών. Σπούδασε φιλολογία και κοινωνιολογία στο φημισμένο πανεπιστήμιο της πόλης και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ποίηση το 1945. Μέχρι το 1996, που της απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, είχε εκδώσει μόλις εννέα ποιητικές συλλογές και τέσσερα βιβλία με δοκίμια, ενώ μετέφρασε έμμετρη γαλλική ποίηση και για ένα διάστημα (1967-1972) σχολίαζε τακτικά άσημους μάλλον ξένους και Πολωνούς λογοτέχνες. Τιμήθηκε με το Φιλολογικό Βραβείο της Κρακοβίας (1995), το Πολωνικό Κρατικό Βραβείο για την Τέχνη (1963), το Βραβείο Γκαίτε (1991) και το Βραβείο Χέρντερ (1995) και υπήρξε διδάκτορας της Τέχνης, τιμής ένεκεν, στο Πανεπιστήμιο του Πόζναν. Ανήκει μαζί με τους Ζμπίγκνιεβ Χέρμπερτ και Ταντέους Ρουζέβιτς στην κορυφή της πυραμίδας των μεταπολεμικών εκπροσώπων της λεγόμενης “Πολωνικής σχολής της ποίησης”, παρότι η αναγνώρισή της στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα στον αγγλοσαξονικό χώρο έγινε πολύ αργότερα απ’ αυτούς.

Η Σιμπόρσκα από νωρίς διαγράφει το ποιητικό της κλίμα, γράφοντας ότι “δανείζεται λέξεις που βαραίνουν από πάθος και μετά προσπαθεί να τις κάνει να δείχνουν ελαφρές”. Η κλασικότροπη κομψότητα στον χειρισμό και την ανάπτυξη του ποιητικού της υλικού συνδυάζεται με μιαν ανάλαφρη προσέγγιση των πραγμάτων και έναν απατηλά εύθυμο σκεπτικισμό, όπου υφέρπει η επώδυνη συνείδηση της ανθρώπινης συνθήκης και περιπέτειας στον κόσμο, αλλά και η ζωντανή, εις πείσμα της θνητής μας μοίρας και της ιστορίας (όπου επαναλαμβάνεται συνήθως η τραγωδία), ελπίδα. Γιατί, για τη Σιμπόρσκα, ο κόσμος, παρά την ανασφάλεια, τον φόβο και το μίσος που εκτρέφει και καλλιεργεί η ανθρώπινη φύση μας, δεν παύει να προκαλεί και να εκπλήσσει, κι η φύση μαζί με την τέχνη παραμένουν πάντοτε οι καλύτεροι μεσίτες γι’ αυτό το όραμα (όπως κατέληξε στην εκδήλωση για την απονομή του Νόμπελ: “Οι ποιητές, φαίνεται, θα έχουν πάντοτε πολλή δουλειά”).

Κάποια από τα ποιήματα της Σιμπόρσκα, γραμμένα σε ανύποπτο χρόνο, αποκτούν μια δραματική επικαιρότητα σήμερα που ολόκληρη η ανθρωπότητα βιώνει το άγχος της τρομοκρατίας με μοναδική ένταση, και είναι δείγματα της βαθιάς ηθικής συνείδησης και εγρήγορσης που διατρέχει τελικά όλο το ποιητικό της έργο.

~Translation from the English into Greek by Manolis Aligizakis

Μικροί… εφευρέτες δημιουργούν ρομπότ πριν ακόμη τελειώσουν το σχολείο


ρομπότΔεν έχουν ακόμη τελειώσει το σχολείο κι όμως δημιουργούν ρομπότ, τα οποία μπορούν να βοηθήσουν άτομα με τύφλωση να διαβάσουν ένα γραφικό ή μια εικόνα, να μετρήσουν τους παλμούς της καρδιάς ή να βοηθήσουν στις δουλειές του σπιτιού. Ο λόγος για τους μαθητές δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου από την Ελλάδα και τέσσερις χώρες του εξωτερικού, που χτες και σήμερα συμμετείχαν στο 2ο Μαθητικό Φεστιβάλ Ρομποτικής στη Θεσσαλονίκη. Το Φεστιβάλ διοργάνωσε το Πειραματικό Γυμνάσιο στον δήμο Νεάπολης-Συκεών.

View original post 568 more words

42.005 μέτρα



8yr old killed in #BostonMarathon was there with his mom & sis. They were both hurt. All there to watch dad run and hug him after he crossed finish line

Time is the enemy δε λένε; Όχι time is on my side. Όχι. Time is the enemy.

Να ‘σαι ο «dad» και να σε σκοτώνει μια ζωή το «κι αν τερμάτιζα δυο λεπτά νωρίτερα; ένα, έστω»


View original post