δίχτυ

Αδέσποτος Σκύλος

Κάθε φορά θυμάμαι το αίμα που ανοίγεις δρόμο στη ζωή περπάτημα αργό στους δρόμους που σέρνονται χωρίς ευχές χωρίς νίκες μην περιμένεις να σε βρει το μεσονύχτι σε κοιτώ με κοιτάς πού νικάμε θα σκεφτείς θα πεις θα νιώσεις έχε τα μάτια σου ανοιχτά βράδυ πρωί γνωρίζω δυο δέντρα αυτού του κόσμου και μου ήταν αρκετά για να έχω ρίζες γιατί μπροστά σου πάντα απλώνεται ένα δίχτυ και ξέρω  ποιος σκάβει και ποιος ριζώνει ακόμα και σε μαύρες πέτρες. Αν κάποτε στα βρόχια του πιαστείς ξύνομαι από τις ψείρες και σκίζω το δέρμα μου λυσσάω με τα νύχια κανείς δε θα μπορέσει να σε βγάλει νιώθω τα μάτια μου να καίνε το στόμα μου να καταπίνει μονάχος βρες την άκρη της κλωστής γυρνάω και μυρίζω τη βρώμα στους δρόμους βουτηγμένη πίσσα κι αν είσαι τυχερός ξεκίνα πάλι υπόσχομαι υπόσχομαι και βάφω τα μάτια μου ως μέσα στην κόρη. Αυτό το…

View original post 67 more words

Manolis Anagnostakis

93119261_134154321279

WHEN SPRING COMES

When spring comes smiling
you’ll wear your new clothes and
you’ll come to grasp my hands
my old friend and
although nobody expects your return
I feel your heartbeats and
a flower springing up from
your mature, embittered memory
one train whistles in the night
or a faraway unexpected ship
will bring you back along with our youth and
our dreams and
perhaps you haven’t forgotten anything, really
while the return is always worthy more
than any of my love and your love
my old friend

ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει,
θα ντυθείς μία καινούργια φορεσιά
και θα έρθεις να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε.
Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους τους καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο
στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη
Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας
Κι όσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε

~Mετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

A Bright Side of Suffering

The Renegade Press

“Fear makes the wolf bigger than he is…”

            -German Proverb

For the past five months I’ve been in a state of perpetual limbo. My health has been in question and I’ve suffered through more anxiety attacks and sleepless nights than I dare remember. In June I started experiencing abdominal pain that would eventually manifest in testicular swelling and discomfort. At one point in those early days the swelling was so severe that I took a week off work and spent my time laying on my back, staring at the ceiling. I sought medical attention, had ultrasounds, and despite the support of my family, I felt totally isolated and alone.

At first no one really knew what was wrong with me. Cancer was ruled out quite early on, as were a number of alternate illnesses and diseases. I was told to take anti-inflammatories, minimize physical activity and hope that the…

View original post 752 more words

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το ιερό δοχείο

Ενύπνια Ψιχίων

 Είναι σαν να πήρα τη θέση σου, σαν να έζησα εγώ, για να πεθάνεις εσύ.

Ελπίζω να ζεις, Εμζάρα μου, ο Θεός να είδε πόσο ενάρετη είσαι και να μας λυπήθηκε όλους και ειδικά εσένα. Να ψήλωσε το δέντρο σου, τόσο που να έφτασε στον ουρανό και η βροχή να κύλησε πάνω σου και να σε έκανε άφθαρτη και λαμπερή. Και να αναδύθηκες μέσα από τα πέπλα σου καινούργια. Είμαι αποφασισμένη να μιλήσω για σένα με τον Νώε απόψε, όταν θα έρθει η ώρα για το ιερό μας έργο, για τη γονιμοποίηση.

Είσαι το ιερό μου δοχείο, μου λέει ο Νώε και θέλει να του κάνω διάφορα πράγματα εκεί κάτω. Μερικές φορές αηδιάζω, ο Θεός να με συγχωρήσει. Μια φορά δεν μπόρεσα να κρατηθώ κι έκανα εμετό στο κρεβάτι. Τότε ο Νώε με έπιασε από τα μαλλιά και με ανέβασε στο κατάστρωμα, πρώτα να πλυθείς ολόκληρη, μου είπε, στη…

View original post 121 more words

Αλέξανδρος Κορδάς, Του Σισύφου

Ενύπνια Ψιχίων

Δεν είχαμε ψωμί στο σπίτι και τα δόντια μας πέφτανε. Αναγκαζόμασταν να βρίσκουμε έξυπνες λύσεις, πότε κάναμε ότι κλωσάγαμε ένα αυγό, πότε ότι γεμίζουμε τον ουρανίσκο μας αγκάθια και μιμούμασταν τον ουρανό με τα χαλινά του. Ο πατέρας ήταν κατάκοιτος στο κρεβάτι, είχε βγάλει κάτι αράχνες μεγάλες που τον πόναγαν. Έπρεπε κάθε τόσο να τον κουβαλάμε στην ερημιά, γιατί σταμνί δεν ξέραμε κι όποτε χρειαζότανε νερό, τον πηγαίναμε στο πηγάδι. Το μόνο μας παιχνίδι ήτανε το πηγάδι, που το ρωτάγαμε τι θα συμβεί άμα μεγαλώσουμε κι εκείνο απάνταγε με τρεις οργιές νερό και αλάτι. Και μεγαλώσαμε και κάναμε απ’ τη δυσκολία κοφτερό μυαλό. Ο πρώτος άνοιξε μεσιτικό γραφείο στην Παλλήνη, ο τρίτος μαστόρευε λαγήνια και βεγγαλικά κι εγώ έγινα βασιλιάς στη Θήβα.


Ό,τι κι αν κάναμε πάντοτε κουβαλούσαμε στην πλάτη τον πατέρα. Κάποτε ήθελε νερό, άλλοτε ζητούσε τουαλέτα. Γκρίνιαζε στην υγρασία και φώναζε στη ζέστη. Γέμιζε μύγες και έπρεπε να…

View original post 431 more words