Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

ritsos front cover


Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν κα-
Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν.
Τότε καταλαβαίνουμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ την καρέ-
κλα και λέμε:
“Κουράστηκες πολύ σήμερα” ή “άσε, θ’ ανάψω εγώ τη λάμπα”.

Όταν ανάβουμε το σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας
με μιαν ανεξήγητη προσήλωση προς την κουζίνα. Η πλάτη της
είναι ένα πικραμένο βουναλάκι φορτωμένο με πολλούς νεκρούς—
τους νεκρούς της φαμίλιας, τους δικούς της νεκρούς και τον δικό σου.

Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια
ακούς τα πιάτα να κλαίνε στην πιατοθήκη κ’ ύστερα ακούγεται
το τραίνο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο.


Women are very distant. Their bed sheets smell
of goodnight.
They place the bread on the table so that we won’t miss them.
Then we understand we did something wrong. We get up
from the chair saying:
“You are very tired today” or “don’t worry, let me light the lamp.”

When we strike the match, she turns slowly going to
the kitchen with an inexplicable concentration. Her back
is a sad little mountain loaded with many dead –
the family dead, her dead and your death.

You hear her footsteps creaking on the old floor planks
you hear the plates crying in the plate rack and then the train
is heard carrying soldiers to the front line.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s