Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large
Ανασκόπηση

Αυτός πού κοιμήθηκε μέ τά παπούτσια καί τά ρούχα
βρεγμένος ώς τό κόκκαλο, κι ο άλλος εκείνος
πούχωσε τό κεφάλι του μέσα στή μαύρη σακκούλα,
νιώθοντας τή σκληράδα τού πανιού στό σαγόνι του, αυτός
πούκλεψε τά παπούτσια τού νεκρού στό υπνοδωμάτιο
κ’είταν στενά—δέν τά φόρεσε, κι ούτε μπορούσε
νά τά πουλήσει μήπως προδοθεί, ο τελευταίος
πού χτυπούσε συνέχεια τό πόδι του στά σάπια σανίδια
σ’ ένα ρυθμό πού όλοι γνωρίζαμε καί πού κανένας
δέν ήθελε νά ομολογήσει, κι από πάνω
η καπνισμένη λάμπα κ’ οι φωνές τών μεθυσμένων,
οι χαρτοπαίχτες, τό μεγάλο χάλκινο σταχτοδοχείο
μέ σκαλισμένον τόν πρίγκηπα τών κρίνων,—όταν
μπήκε τ’ αυταρχικό γκαρσόνι, ερμητικό, οστεώδες,
σάρωσε μέ μιά κίνηση τού αριστερού χεριού του
ακέριο τό τραπέζι, ρίχνοντας μέσα στήν καταπακτή
ποτήρια, τραπουλόχαρτα, πακέτα τσιγάρων, κ’ οι θαμώνες
εμβρόντητοι, νά ματαλλάζουν βιαστικά τήν οργή τους
σέ μιάν υπνωτισμένη ευχαριστία, φωτισμένοι καταμέτωπο
απ’ τόν τεράστιο κρυστάλλινο πολυέλαιο πού άναψε άξαφνα
εκεί στό βάθος πίσω από μιάν άγνωστη γυάλινη πόρτα
μέσα στήν άδεια, απέραντη αίθουσα τών επισήμων.
Review

The one who slept with his shoes and clothes
wet to the bone and that other who
put his head in the black bag
feeling the roughness of the cloth on his chin, the one
who stole the shoes of the dead man in the bedroom
and found they were small – he never wore them and
couldn’t sell them from fear of being revealed; the last one
who constantly stomped his foot on the rotten planks
in a rhythm that we all knew and none
wanted to reveal and from above
the smoked lamp and the voices of the drunks,
the card players, the big copper ashtray
with the Prince of Lilacs engraved on it – when
the bossy, skinny waiter entered in a rush, he
swept up with a movement of his left arm
the whole table, throwing down the trapdoor
glasses, playing cards, packs of cigarettes; the players
astonished, hastily transformed their anger
into a sleepy thankfulness, lit straight on the forehead
by a gigantic crystal chandelier that was suddenly turned on
there, at the end of the room, behind an unknown glass door
inside the huge empty hall of the dignitaries.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Νίτσε: Να γίνουμε πιο τρυφεροί

800px-Nietzsche187a

Όταν αγαπούμε, σεβόμαστε και θαυμάζουμε κάποιον και κατόπιν όταν βλέπουμε ότι υποφέρει, – πάντα με κατάπληξη επειδή μας φαίνεται απαράδεκτο η ευτυχία που αναβλύζει από μέσα του να μην προέρχεται από μια πηγή προσωπικής ευτυχίας.
– τα αισθήματα της αγάπης, της εκτίμησης και του θαυμασμού μεταμορφώνονται ουσια¬στικά: γίνονται πιο τρυφερά, δηλαδή το χάσμα που μας χωρί¬ζει μοιάζει να γεφυρώνεται, και μια προσέγγιση ίσου προς ίσον φαίνεται να πραγματοποιείται.
Τώρα, μας φαίνεται δυνατό να του δώσουμε ένα αντάλλαγμα, ενώ προηγουμένως τον φα-νταζόμαστε ανώτερο από την ευγνωμοσύνη μας. Αυτή η ικα¬νότητα να δίνουμε σε αντάλλαγμα μας εξυψώνει και μας προ¬καλεί μεγάλη χαρά.
Προσπαθούμε να μαντέψουμε τι μπορεί να καταπραΰνει τον πόνο του φίλου μας και του το προσφέ¬ρουμε. Αν θέλει λόγια, βλέμματα, προσοχή, υπηρεσίες, τονω¬τικά, δώρα, – του τα δίνουμε.

Αλλά πριν απ’ όλα: αν θέλει να υποφέρουμε με το θέαμα του πόνου του, προσφερόμαστε να υποφέρουμε μαζί του, γιατί όλα αυτά μας παρέχουν την από¬λαυση της ενεργητικής ευγνωμοσύνης: αυτό ισοδυναμεί με την λέξη, στην καλή εκδίκηση.
Αν δεν θέλει να δεχτεί και δεν δέχεται τίποτα από μας, τότε απομακρυνόμαστε ψυχροί και θλιμμένοι, σχεδόν πληγωμένοι: είναι σα να απορρίπτουν την ευγνωμοσύνη μας, – και σ’ αυτό το θέμα τιμής, ακόμη και ο καλύτερος άνθρωπος είναι εύθικτος.
Απ’ όλα αυτά, συμπεραί¬νουμε ότι, στην πιο ευνοϊκή περίπτωση, υπάρχει κάτι ταπεινω¬τικό στην οδύνη, ενώ στη συμπόνια υπάρχει κάτι που εξυψώνει και δίνει υπεροχή, κι αυτό είναι που χωρίζει για πάντα αυτά τα δύο αισθήματα.

http://www.antiklidi.com

Με του Θησέα τη βάρκα

Σχεδία για μιά Νέκυια

Θέλω τον προκαταρκτικό λόγο όρο
μνήμη ξερολιθιά που τη συνέχουν τα κενά της
όταν χύνεται στα κόκαλα θάνατος
Δεν είναι πράγματα δεν είναι λέξεις
βιβλίο είναι χωρίς γράμματα
ορισμένο για τέλος εντελώς μαύρο
Κάθομαι στο ξεραμένο και περιμένω
Το εξώφυλλο σαλιωμένο από γλοιό
γυμνοσάλιαγκα που το διέσχισε διαγώνια
χωρίζοντάς το σε δυό μισά.Μην κινηθείς θα σκιστεί.

Εσύ,σ’ έπλυνε γάλα,τόσο λευκή
όπως ταφόπλακα έτοιμη να ραγίσει μ’ έναν ψίθυρο
Αλλάξαμε όλες τις σανίδες στο σκαρί
βάψαμε τα πανιά στο χρώμα του ήλιου
άστραψε στα δυτικά καταιγίδα
και ρίχτηκε κατά πάνω μας
σφίγγει σαν χορδή γύρω από λαιμό
λες κι είμαστε στη δυσμένεια του δυνάστη
κι έστειλε το μουγκό του εκτελεστή
Δεν είναι πράγματα δεν είναι λέξεις .Μην κινηθείς.
Καίμε τα αλλαγμένα σαπιοσάνιδα
μιά γλώσσα φωτιάς με μάλωσε
σαν για να με φρονιμέψει
που κάτι παράταιρο είχα σκεφτεί
γλώσσα φωτιάς με φορά προς τα κάτω
όπως ο κίονας του θανάτου.
Δεν είναι…

View original post 5 more words

Τσοβόλα δώστα όλα

ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

Cicciolina-

Η Τσιτσιολίνα ήταν η πρώτη γυναίκα και ο πρώτος άνθρωπος που ώθησε την επίδειξη ως την μιντιακή της συνέπεια, προτείνοντας στο Σαντάμ Χουσεΐν να τη βιάσει με αντάλλαγμα την απελευθέρωση των Αμερικανών τους οποίους αυτός κρατούσε ομήρους.

Μέσα στην άκρως πορνογραφική ζωή της Ιταλίας, τω καιρώ εκείνο, το ιταλικό κοινοβούλιο πετώντας κάθε φύλλο συνταγματικής συκής κραύγαζε πως οι αστοί εσκεμμένα και μεθοδικά το είχαν μετατρέψει σε μπουρδέλο.

Η Τσιτσιολίνα ήταν η πρώτη βουλευτής που έκοψε την κορδέρλα σε όλα τα κοινοβουλευτικά μπουρδέλα της Ευρώπης.

Μέσα στην επικοινωνιακή σούπα την οποία ανακατεύουν με σπουδή και ζήλο οι υπάλληλοι του καπιταλιστή, ο αγχωμένος προλετάριος παρακολουθεί το θέατρο των συγκρούσεων, πάντα ζητώντας και πάντα απλώνοντας το χέρι απέναντι στην εξουσία.

Όπως η Τσιτσιολίνα δε διέθετε κανένα πολιτικό υπόβαθρο, παρά μόνο τα βυζιά και το μουνί της, έτσι και στα κοινοβούλια της Ευρώπης η κρίσιμη μάζα δεν διαθέτει τίποτε άλλο παρά υπακοή και υποταγή…

View original post 287 more words