Από τη μεριά του Ιούδα

dimart

—της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου—

Τα κέρματα κατρακύλησαν κουδουνίζοντας στη δεξιά χούφτα του ανθρώπου, ενώ ο δείκτης του αριστερού του χεριού αιωρήθηκε για λίγο πάνω από τον μικρό ασημένιο σωρό μετρώντας. Έπειτα, η χούφτα έκλεισε και χάθηκε μέσα στο σακούλι, λίγο βιαστικά, λες και ο κάτοχός της ανησυχούσε μήπως τα ίδια τα κέρματα αλλάξουν γνώμη και επιστρέψουν εκεί από όπου ήλθαν. Ο άνθρωπος σήκωσε το κεφάλι και έσκασε ένα λειψό σε θέρμη –και δόντια– χαμόγελο στον Ιούδα Ισκαριώτη απέναντί του.

– Εντάξει είμαστε. Δικό σου.

Ο Ιούδας κατένευσε χωρίς να μιλήσει. Ανυπομονούσε να μείνει επιτέλους μόνος στον αγρό του. Εξάλλου, του είχε κοστίσει ακριβά, πολύ πιο ακριβά από τριάντα ασημένια κέρματα.

Έμεινε να κοιτάζει την πλάτη του ανθρώπου που απομακρυνόταν, όρθιος πλάι στην ισχνή σκιά του δέντρου. Ο αγρός του. Μια μικρή έρημος μέσα στην όαση της μεγάλης πόλης που γιόρταζε. Ό,τι ακριβώς χρειαζόταν. Τα πάντα γύρω του κίτρινα και καφετιά και…

View original post 610 more words

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s