Τάσος Λειβαδίτης-Βουβά Πρόσωπα/Tasos Livaditis-Silent faces

Manolis

ΒΟΥΒΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

     “Μή φεύγεις” τού λέω, μά εκείνος είχε κιόλας ξεκινήσει μέ τούς

άλλους καταδίκους, μού άφησε μόνο τό χέρι του, πού συχνά μέ

κράτησε στήν άκρη τής γέφυρας, ένα άρρωστο άλογο σάπιζε στήν

άκρη τού δρόμου, καί τίς νύχτες άκουγα τούς ανεμοδείχτες πού τό

βοηθούσαν ν’ αλλάξει πλευρό,

      θυμήθηκα τό πρώτο βράδυ πού θάψαμε τόν πατέρα — πώς τόν

μισούσα γι αυτόν τό βρόμικο ρόλο τού υπηρέτη πού έπαιξε, ανοί-

γοντας τήν πόρτα μας στό μεγάλο σκοτάδι,

      ερημιά, καί μόνο οι ραγισμένοι τοίχοι άφηναν νά φαίνονται τά

φοβερά, βουβά πρόσωπα, πού περνάμε κάποτε πλάι τους.

     Εκεί έζησα τόσο μονάχος, πού άκουσα τίς άλλες φωνές, κι όταν

νύχτωνε, οι νεκροί μού κλέβαν τήν κουβέρτα καί πλάγιαζαν έξω

απ’ τήν πόρτα, ώσπου ξημέρωνε καί σταυρωνόταν πάνω μου τό

λάλημα τού πετεινού.

SILENT FACES

    “Don’t go”, I say to him, but he had already started along with

View original post 312 more words

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ-ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ/YANNIS RITSOS-SKIRMISH

Manolis

ritsos front cover

Ο χωροφύλακας περνάει μέ τό βραδινό συσσίτιο στήν καραβάνα του

η χλαίνη του χτυπάει στόν άνεμο σά λαμαρίνα στόν προσφυγικό

      συνοικισμό.

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους μέσα σ’ ένα απόγευμα πού

     ανάβουν τά φώτα τόσο νωρίς

όταν τό μαγκάλι ανάβει στήν ξώπορτα τού φτωχόσπιτου

όταν μιά μακριά ουρά από κόκκινες σπίθες τινάζεται στόν άνεμο

καί θά μπορούσε νάναι ένα άλογο πού καλπάζει στά παραμύθια

ένα άλογο πού μπορείς καί σύ κι εγώ νά καβαλλικέψουμε

καί νά μάς πάει όπου θέμε—σ’ ένα χωράφι παπαρούνες

όπου γελάνε τά κορίτσια—όπου θέμε—ένα άλογο—

 

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους όταν εσύ κι εγώ πεινάμε

όταν διψάμε χώρια είτε μαζί—τό ίδιο διψάμε,

τί μάς χωρίζει; νάσαι σύ ο φρουρός καί γώ ο εξόριστος

όταν η λέξη μητέρα ξέρουμε κ’ οι δυό μας τί θά πεί

όταν οπαγώνουν τ’ αυτιά καί τών δυονώ μας μέ τόν άνεμο

κι όταν στήν τσέπη μας κρατάμε λίγα…

View original post 223 more words

Το δεσποτάκι δεν είναι του δεσπότη

Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το σημερινό αρθράκι (καλοκαίρι είναι, ας μην έχουμε απαιτήσεις για σεντόνια) προέκυψε από ένα σχόλιο του φίλου μας του Σπύρου σε ένα πρόσφατο άρθρο. Επειδή τα σχόλια δεν προσέχονται όσο πρέπει, αλλά και το θέμα δεν μου φάνηκε και τόσο γνωστό, είπα να αναβαθμίσω το σχόλιο σε άρθρο.

Έγραφα λοιπόν, πριν από μερικές μέρες, μιλώντας για τη δύσχρηστη γενική πληθυντικού της λέξης “πόρτα”, ότι “τον παλιό καιρό, τότε πολύ παλιά, που ο κόσμος έχτιζε σπίτια, είχα ακούσει αρκετές φορές τη φράση «το ξύλο στις πόρτες είναι δεσποτάκι»”, εννοώντας ότι δεν άκουσα ποτέ τη δύσχρηστη γενική “το ξύλο των πορτών είναι δεσποτάκι”.

Ρώτησε λοιπόν μια φίλη μήπως το “ξύλο δεσποτάκι” είναι στην πραγματικότητα Δεσποτάκη, δηλαδή μήπως προέρχεται από κάποιο επώνυμο. όπως λέμε βερίκοκα Μπεμπέκου ή Διαμαντοπούλου.

Τη βρήκα εύλογη αυτή την εικασία. Θα μπορούσε, είπα, να είναι κι έτσι. Ομολογώ πως όταν είχα πρωτοσυναντήσει τη λέξη (τα παλιά χρόνια που…

View original post 522 more words