ΑΠΟΓΡΑΦΗ του Στέφανου Ροζάνη

Ιορδάνης Π

ΡΟΖΑΝ
[Γιώργος Χ. Θεοχάρης  Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου κι ο χαρτοκόπτης συνοδεύει την Καλημέρα με ένα ποίημα του Στέφανου Ροζάνη, δημοσιευμένο στο περ. Επιθεώρηση Τέχνης, τ. 135, Μάρτης 1966]

ΑΠΟΓΡΑΦΗ
(Τρία σχέδια για ένα γράμμα)

Ι
Σε μας ο κόσμος δεν κυκλοφορεί πολύ στους δρόμους.
Οι περισσότεροι μένουν στα σπίτια τους. Ανάβουν μόνοι τους φωτιά
παίζουν με τα παιδιά ή τους γέρους και γράφουν γράμματα.
Έτσι πιστεύουν. Πως έχουν ακόμη φίλους, πως έχουν κάποιον που θα τα λάβει.
Είναι περίεργο, όμως θυμούνται.
Καμιά φορά βλέπεις αφρόντιστους τους κήπους.
Τότε γίνονται περισσότερα τα ερειπωμένα σπίτια κι ούτε που ξεχωρίζεις τα παράθυρα.
Μόνο τις πόρτες που χτυπάνε και τα ρολόγια που σταμάτησαν ή πάνε πίσω.
Είναι δυσάρεστες αυτές οι εποχές, θαρρώ πως με καταλαβαίνεις.
Δεν έχεις τι να κάνεις. Οι άνθρωποι γίνονται ασυνήθιστοι, ούτε γυρίζουν να σε κοιτάξουν. Εύχεσαι να περάσει ο καιρός δίχως να σκέφτεσαι τι θα ‘ρθει έπειτα.
Στο κάτω-κάτω κανείς…

View original post 253 more words

18 Σεπτεμβρίου 1918: H μεγάλη μάχη της Δοϊράνης

ΕΛΛΑΣ

cebcceaccf87ceb7-cf84ceb7cf82-ceb4cebfcf8acf81ceaccebdceb7cf82Μία ακόμη ένδοξη σελίδα του Ελληνισμού που «γράφτηκε» σε τούτο τον ιερό τόπο. Ο τροπαιούχος νομπελίστας μας Γ. Σεφέρης, κατά την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας, το 1963, στην καθιερωμένη ομιλία, έδωσε έναν εξαίσιο ορισμό της πατρίδας μας. «Ανήκω» έλεγε, «σε μια μικρή χώρα. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στην Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τους αγώνες του λαού του, τη θάλασσα και το φως του ήλιου».

View original post 2,353 more words

No 100-6 (οδός …)

alexandros milioridis

να

την ακούς να χαχανίζει,

πως μοιράζει τα υγρά της αναρωτιέμαι,

~

παρατηρώ

το γέρο Σαντ απέναντι,

σάρκα που λιώνει,

φιλοσοφώ με τη μύγα,

καθισμένη στη σιωπή του τραπεζιού

και το κουτάλι μου,

η καύλα σε σιρόπι,

να ταΐζει ακόμη τσιγκουνιές και νάρκες,

έγλυψα το δάκτυλο,

χυμούσε το κρουασάν πρόστυχα,

πασάλειβε,

ήπια και μια γουλιά Εμπειρίκο,

παίζω μαγεμένη
πολυκατοικία,

~

οραματίσθηκα μετά,

μαθήματα ακολασίας σε ποιητική λέσχη:

~

εγώ,

αυτή,

δυο κότες ανέγγιχτες,

μια λευκή,

μια έγχρωμη,

τον πλασιέ καλλυντικών του πέμπτου,

τη δικαστίνα του τρίτου,

συνταξιούχο,

ένα σκύλο,

και τη γυναίκα του από κάτω,

λεσβία

~

αλλά σηκώθηκα,

με την πίστη του πιστού που φιλά το χέρι του παππά του,

Επίσκοπος ο φόβος,

ο νεροχύτης ποιεί και απαγγέλει,

κι έπλυνα τα πιάτα,

αμέσως,

έπειτα
~
(alexmil)
photo: Kevin Cooley

View original post

«Εσύ»

Παιδείας Εγκώμιον

f11

Της Κατερίνας Κανάκη- Αξούγκα //

Είσαι η ποίηση μου, η γραφή μου, το μυστικό κομμάτι της ύπαρξης μου,
ο σωσίας ενός άλλου εαυτού πίσω από τα σώματα που ακουμπώ,
είσαι το άπειρο, το νυν και το αεί στο κοίταγμα μου
σε ότι βαθύτερα αναμένω και εναγώνια ζητώ.

Δεν μ ενδιαφέρει, δεν μ ενδιαφέρει η άλλη…πώς την λένε… ναι είναι κούκλα,
αλλά εγώ σε πήρα υπαρξιακά βαθύτερα.
Σε μάσησα, σε κατάπια, σε βύθισα στα σπλάχνα μου.
Έχυσα στο λόγο σου, στην διαπεραστική σαν ρομφαία παρουσία σου,
ξυπνούσα εσύ, κοιμόμουν εσύ, λατρεία εσύ,
ήσουν πάνω απ όλους και απ’ όλα εσύ!

Με ταχύτητα εξωκοσμική
τρύπησα το δέρμα σου και εισχώρησα στο είναι σου.
Άσε με δίπλα σου, άσε με στα χέρια σου, στο λόγο σου,
στο καλημέρα, στο όνειρο που σε στήνω,
στη μυρουδιά σου στα πουλόβερ σου.
Απέκτησα νεύρα…υπερένταση… θα δείξει η άλλη σχέση…
Δεν ξέρω… θα γυρίσω αρχές του άλλου…

View original post 2 more words