ποσότητες και ποιότητες : η πρώτη διαδήλωση { ξανά }

σημειωματαριο κηπων

.
.
.
.
  
.

αναπαράγω (προσαρμόζοντας) παλιότερο ποστ (που είχε μέσα του και πολλά άλλα τότε και) που θέλω σήμερα να υπάρχει μόνο του – διότι έχει και μια εκ νέου επικαιρότητα αιφνιδίως – τώρα που συζητούνται γενικώς και διάφορες πραγματικότητες και αριθμοί, ιδεών, πραγμάτων, θανάτων

.

   τρεις μήνες μετά τήν εγκαθίδρυση τής δικτατορίας, τόν αύγουστο τού ’67 κι ενώ δεν είχαν ακόμα στεγνώσει τά αίματα από τίς δολοφονίες στον ιππόδρομο, και ενώ είχαν ήδη ξεκινήσει οι εξορίες οι συλλήψεις και τά βασανιστήρια, δεκαπέντε άνθρωποι αποφάσισαν να κάνουν μια διαδήλωση, τήν πρώτη διαδήλωση κατά τής χούντας, στην οδό ερμού

   βέβαια η μεθοδική αποδομητική αρλουμπολογία τών χρόνων τής μεταπολίτευσης έχει κατορθώσει ώστε, από καιρό, ό,τι έγινε γενικώς κάποτε από λίγους ωφελώντας τούς πολλούς να καταδικάζεται πλέον ως συζητήσιμο ιδιοτελές ανώφελο ει μη και α/νόητο («σιγά τή διαδήλωση τών δέκα ατόμων» ειπώθηκε σε τηλεοπτική εκπομπή σχετικά…

View original post 900 more words

Nostos and Algos (Nostalgia)

nostos and algos cover

 

ΑΕΤΟΣ

 
Μετά τη συνεστίαση κι αφού
για αίμα η δίψα όλων εκορέστηκε
σπουργίτες εξυπνήσαν για να πάρουν
μερτικό απ’ το κόκκινο κι ο ήλιος εσηκώθηκε
να χαϊδέψει τον ορίζοντα, μα κείνος λουσμένος
στου μεθυσιού τη ζάλη, με μια βαθειά πληγή
στο στέρνο που απαιτούσε προσοχή
είπε — ξαπλώστε με εδώ στη φωτιά δίπλα
τα αιχμηρά του νύχια να γευτώ
και ξάφνου ένας αετός πέταξε στον αγέρα
κράζοντας τη νίκη του ενάντια στο ερπετό

 

EAGLE

 
After the all-night feast wound down
and all stomachs were satisfied
sparrows woke to claim their share
sun rose to caress its horizon
while he sat amid drunkenness with the
gouge of a deep wound calling attention
and said—lay me here by the fire
and take off my clothes
I want to feel his sharp talons
and suddenly an eagle flew above
crying his victory over the serpent

 

 

Ubermensch//Υπεράνθρωπος

 

ubermensch_cover

Κηδεία

Χθες το απόγευμα, τον θάψαμε στο φρεσκοσκαμένο χώμα,
λες να `τανε βλαστάρι ενός δεντρού, το ποιητή με τη γκρίζα
γενειάδα. Μόνη του αμαρτία που αγαπούσε τόσο τα πουλιά,
και τον τιμώρισαν και ξέχασαν στην κηδεία του να έρθουν.
Ο ήλιος έδυσε πίσω απ’ το στρατόπεδο με τους νεκρούς
της αύριον και το γεράκι, μονιάς του τραγουδιού, καθόταν
στης οξιάς κλαδί, γυναίκες κλάψαν για το κίτρινο συναίσθημα
της μέρας και το γεράκι αφού όλα τα επιδοκίμασε, πέταξε
μακρυά τις αποστάσεις για να καθορίσει, αγέρας φύσηξε
πάνω απ’ τη λίμνη, λες κι έψαχνε για τον προδότη που είχε
πάει στο εστιατόριο στην αντιπέρα όχθη, εκεί που κρίνονται
οι δίκαιοι κι ο πανάρχαιος σταυρός έμεινε δίχως κουφάρι.
Όλοι ένιωσαν ευέλπιστοι απ’ το κρασί και τους μεζέδες,
ξανάρθε το γεράκι κι έφερε νέα απ’ το ζητιάνο που έτεινε
το χέρι και καλοκάγαθα ψυθίριζε ‘ελεημοσύνη χριστιανοί,
ελεημοσύνη.’

~ Μου αρέσουν όλοι όσοι ζουν μόνο και μόνο για να χαθούν,
για να φτάσουν στην άλλη όχθη.

 

Funeral

 

We buried him, yesterday afternoon, in the freshly dug soil,
as though he was a young twig, the poet with his gray beard.
His only sin: so much he loved the birds that to punish him
they didn’t come to his funeral.
Sun went down behind the army barracks with the victims
of tomorrow and a lone hawk, the song lover, sat on the oak
branch; women lamented for the day’s yellow rapture and after
approving everything the hawk flew away, as though to define
distance. Wind blew over the lake surface searching for the traitor
who had run to the restaurant on the opposite shore where
judgement was passed, while the ancient cross remained with
no corpse.
Everyone felt joyous, wine and finger food had to do with it,
the hawk returned with news of the beggar who extended
his hand and softly begged,’two bits, man, God bless your soul,
two bits.’

~ I like all those who live only to die so they can
reach the other shore.