‘INTROVERSION–ΕΣΩΣΤΡΕΦΕΙΑ’ by Manolis

Harbour-view-guest-house

HARBOR

In the harbor salinity smells
of unfinished voyages dreamy seagulls
argue for people’s garbage

silent moment hovers between
excited activity of myriad people

going doing yelling living and
your mind landlocked in ache

for imaginary exotic locales
paradisiacal seabirds

abundance of food
no war over crumbs of life

like in the harbor you always visit
hoping that you may have

an adventure to faraway lands
exquisite female bodies

only in your mind and
salinity graces your dream
with a certain realism

ΛΙΜΑΝΙ

Στο λιμάνι η αλμύρα μυρίζει
ταξίδι που δεν τέλειωσε
ονειροπόλοι γλάροι μαλώνουν
για τα σκουπίδια των ανθρώπων

αμίλητη σιωπή αιωρείται πάνω
απ’ την βαβούρα χιλιάδων ανθρώπων
που περνοδιαβαίνουν, κάνουν, φωνασκούν, ζουν
κι εσύ με τον πόνο κλειδωμένος στη στεριά

φαντάζεσαι εξωτικά νησιά
παραδείσια θαλασσοπούλια
αστέρευτη τροφή
ανύπαρκτος ο πόλεμος για ψίχουλα ζωής

σαν στο λιμάνι που πάντα επισκέπτεσαι
με την ελπίδα κι εσύ ν’ απολάυσεις

μια περιπέτεια σε χώρες μακρινές
εξαίσια γυναίκεια κορμιά

που μόνο στο νου σου υπάρχουν
με την αλμύρα που τα ποτίζει
με κάποια δόση αληθοφάνειας

Collection in progress/Συλλογή εν εξελίξει
..

Maria Polydouri//Μαρία Πολυδούρη

maria-polydouri

 

ΕΜΕΝΑ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΚΕΙΝΟΝ…

Τί θέλω πιὰ νὰ δέχωμαι τὴν προστασία τῆς Μούσας;
Νὰ σφίγγω τὴν καρδιά μου νὰ δεχτῆ
τὶς νέες ἀγάπες, πίστες καὶ χαρές της,
τάχα πὼς εἶναι μοίρα μου κ᾿ εἶνε καὶ διαλεχτή!

Πάει ὁ καιρὸς ποὺ ἀχτιδωτὸ τὸ ἀστέρι τῆς ματιᾶς μου
ἔφεγγε καὶ τῶν θείων καὶ τῶν γηίνων.
Ὢ τῶν παθῶν δὲν κράτησα ἐγὼ τὴν ἀνόσια Λύρα,
ἐμένα τὰ τραγούδια μου ἦταν μόνο γιὰ Κεῖνον.

Καὶ τραγουδοῦσα τὸν καημὸ τῆς ἄσπιλης ψυχῆς μου
μέσ᾿ στῶν δακρύων τὴν εὐχαριστία
κι᾿ ὅλη ἡ χαρὰ τοῦ τραγουδιοῦ μου ἦταν, πὼς τὴ φωνή μου
θὰ τὴν δεχόταν μία βραδιὰ μπρὸς στὴ φτωχή του ἑστία.

Κι᾿ ὡς διάβαζα στὰ μάτια του κάποτε τὴ χαρά του,
ποιὰ δόξα πιὸ ἀκριβῆ νὰ πῶ;
Στὸ χωρισμό μας τοὔφερναν σὰ χελιδόνια οἱ στίχοι
μήνυμα, πὼς ἀπὸ μακριὰ διπλὰ τὸν ἀγαπῶ.

Τώρα καμμιά, καμμιὰν ἠχὼ δὲν ἄφησε ἡ φωνή μου
σπαραχτικὴ ὅταν γέμισε μιᾶς νύχτας τὸ σκοτάδι.
Ὅμως ὅλοι φοβήθηκαν καὶ γὼ πιστεύω ἀκόμα
ἀληθινὰ πὼς τὴ βαριὰ χτύπησα πόρτα τοῦ Ἅδη.

Λοιπὸν γιατί νὰ δέχωμαι τὸ κάλεσμα τῆς Μούσας;
Σαρκάζει ἡ πίστη μέσα μου τῶν θείων καὶ τῶν γηίνων.
Μία ἀνόσια Λύρα τῶν παθῶν σὲ μένα δὲν ταιριάζει.
Ἐμένα τὰ τραγούδια μου ἦταν μόνο γιὰ Κεῖνον.

 

MY SONGS WERE ONLY FOR HIM

 

Why do I need  to accept my Fate’s wishes?

That I tighten my heart to accept

new loves, beliefs and joys

as if it was my Fate’s doing and so exceptional?

 

Time has passed since the rayed spark of my eye

shone onto the gods and mortals.

Oh, I haven’t kept the senseless Muse of passion

since my songs were written only for Him.

 

And I sang the grief of my pure soul

along with the sad joy of tears

and all the joy of my song was nothing but his voice

that I’d hear one evening in front of his humble dwelling

 

and as sometime I read my joy in his eyes

what more valuable opinion can I state?

At our separation as if swallows the verse brought

the message: even away from him twice I love him.

 

And now my voice leaves not any grieving echo

as it is covered by the darkness of the night.

Yet everyone is afraid and I still believe

that I’ve reached the heavy gate of Hades.

 

For why would I accept the call of Muse

my trust on gods and people has shuttered inside me.

A senseless Lyre of passion doesn’t suit me

since my songs were written only for Him.

Translated by Manolis Aligizakis

Kostas Karyotakis//Κώστας Καρυωτάκης

379full-kostas-karyotakis

 

ΝΥΧΤΑ

Εἶναι ἀξημέρωτη νύχτα ἡ ζωή.

Στὶς μεσονύχτιες στράτες περπατᾶνε
ἀποσταμένοι οἱ ἔρωτες
κι οἱ γρίλιες τῶν παράθυρων ἐστάξανε
τὸν πόνο ποὺ κρατᾶνε

Στὶς στέγες ἐκρεμάστη τὸ φεγγάρι
σκυμμένο πρὸς τὰ δάκρυά του
κι ἡ μυρωμένη λύπη τῶν τριαντάφυλλων
τὸ δρόμο της θὰ πάρει

Ὁλόρθο τὸ φανάρι μας σωπαίνει
χλωμὸ καὶ μυστηριώδικο
κι ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου εἶναι σὰ ν᾿ ἄνοιξε
καὶ λείψανο νὰ βγαίνει.

Σαρκάζει τὸ κρεβάτι τὴ χαρά τους
κι αὐτοὶ λὲν πὼς ἔτριξε·
δὲ λὲν πὼς τὸ κρεβάτι ὁραματίζεται
μελλοντικοὺς θανάτους.

Καὶ κλαῖνε οἱ ἀμανέδες στὶς ταβέρνες
τὴ νύχτα τὴν ἀστρόφεγγη
ποὺ θά ῾πρεπε ἡ ἀγάπη νὰν τὴν ἔπινε
καὶ παίζουν οἱ λατέρνες.

Χυμένες στὰ ποτήρια καρτεροῦνε
οἱ λησμονιὲς γλυκύτατες·
οἱ χίμαιρες τώρα θὰ εἰποῦν τὸ λόγο τους
καὶ οἱ ἄνθρωποι θ᾿ ἀκοῦνε

Καθημερνῶν χαμῶνε κοιμητήρι
τὸ πάρκον ἀνατρίχιασε
τὴν ὥρα ποὺ νεκρὸς κάποιος ἐκίνησε
νὰ πάει στὴ χλόη νὰ γείρει.

 

LIVES

 

And lives go on until they wither

 

I talk of lives that gave themselves

to light, serene love, which

go down like dabbling brooks

they hide inside them this light

as the sky reflects into the rivers

as the sun flows in it.

I speak of live that gave their selves to light.

 

About the little lives that hang

like rubies from the lips of women

like the offerings hang from

the icons, silver hearts

exquisitely humble yet in love

with the lips of a woman

I speak of little lives that hang

 

The unsuspicious lives

as they silently follow

darkened, foreign, saddened

steps, image of a delicate woman,

who hasn’t sensed them following,

and who will lean onto the earth

and vanish silently: the unsuspicious lives

 

that vaguely and in doubt passed

like stars of the morning twilight

in the thought of a morning

soul that hasn’t seen its lives

wither slowly just as it ran

joyously yet passed unfettered

lives that vaguely and in doubt passed

 

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//translated by Manolis Aligizakis