Μαζευτήκαμε στην κεντρική πλατεία της κίτρινης πόλης,

νέοι αξύριστοι, κοπελιές με βυζιά που τρυπούσαν

τις μπλούζες τους, πουλιά πετούσαν πάνω απ’ το αιώνειο κενό,

σαν να καθόριζαν τα σύνορά του, κι ο γέροντας στεκόταν

απέναντι απ’ τους επίσημους.

Ολόασπρα τα γένια του, χέρια διάπλατα ανοιχτά λες

και πριν λίγο ξεπετάχτηκε απ’ τον καθρέφτη του σπιτιού,

εκεί που ήταν κι οι νεκροί μας όρθιοι, με γένια ένα μέτρο.

Δίπλα του γλάστρες και λουλούδια, κι όταν συνέχισε

την ομιλία του άρχισε πάλι μια σιργουλευτή βροχή

που τα πουλιά κρυφτήκαν στις βραγιές, οι επίσημοι

προτίμησαν να τρέξουν προς τη μπυραρία κι ο γέρος με

τα ολόασπρα γένια αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά ενός


~ Μου αρέσουν εκείνοι που δουλεύουν και βρίσκουν τρόπους

να οικοδομήσουν την κατοικία του Υπερανθρώπου και

να ετοιμάσουν χωράφια, ζωντανά και σπαρτά. Έτσι ετοιμάζουν

τη δική τους δύση.






We all gathered in the main plaza of the yellow city,

young men unshaven, girls with breasts poking through

their blouse, birds hovered over the eternal void as if to

define its borders, old man stood opposite the dignitaries.

His beard snow white, his arms wide open as though

he had just jumped off the family mirror where our dead

stood next to him, beards long and grey.

Flower pots and shrubs in the square were silent yet

when he started his discourse the rain recommenced,

birds found shelter in the bushes, dignitaries run to

the closest beer parlour and our old man with the white

beard fell asleep in the arms of the beggar.


~ I like those who build the house of Ubermensch, those

who work the fields the livestock, the crops. Thus

they prepare for their end.

Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013



The Second Advent of Zeus

merging dimensions cover



Κι έβαλαν σε σκοτεινό κελί τη Θέμιδα


κι εγώ αντιμετώπισα τα ξέφρενα μάτια

της συγγένειάς μου κι είχα πολλά να πω

μα σιώπησα για ένα λεπτό χρόνο να δώσω

στην αφέλειά τους που αργά κυλούσε

σαν το κελαρυστό ριακάκι, αθώο παιδιού

χαμόγελο που πάνω του στήριξα ελπίδα

πως τη δικαιοσύνη ξανά θ’ ανακάλυπτα


για να γιατρέψω μ’ ανοιξιάτικα λουλούδια

τις φλέβες τ’ ανεπίληπτου Έρωτα


έγκλειστοι κι αλλόφρονες οι φίλοι μου

κι εγώ με κουρέλια τον τόπο γύριζα

μ’ απαλή φωνή και νέα σύμβολα

με νέους εχθρούς και νέα ανέκδοτα

ν’ αλλάξω τα πιστεύω τους πεθύμησα

νέοι Ιούδες που είχαν γεννηθεί με δόντια

σουβλερά ό ένας τον άλλο να ξεσχίσουν

για τους αγέρηδες καθαρούς κληρονόμους

των διδαγμάτων μου τίποτα να μη μείνει




And they put Themis in dark dungeon


and I faced my kin’s delirious eyes

yet though I had much to say

I kept silent, momentarily, time

to give to their simplemindedness

bubbling along with the creek’s murmur

innocent smile of child upon which

I entrusted my hope to rediscover justice


with spring flowers to rejuvenate

the veins of imppecable Eros


inpriswoned were my distraught friends

dressed in rags I walked over my lands

soft-spoken and with new symbols

with new follies and  new anecdotes

I wished to revert their beliefs

new Judases born with sharpened teeth

ready to devour each other nothing to leave

for the winds rightful inheritors of my teachings


THE SECOND ADVENT OF ZEUS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2016