Katerina Anghelaki Rooke//translated by Manolis Aligizakis

 

aggelakirouk-thumb-large

Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ//Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΖΩΗ

 

 

Έχω κλείσει όλα τα παράθυρα

που έβλεπαν στον κήπο της σάρκας.

Τα παντζούρια μόνο άγγιζαν

τα κλαδιά της αγάπης

που έγερναν ξεραμένα

κι άγγιζαν το χώμα.

Μακριά στεκόμουνα

από τη θέα των  θνητών αστεριών

φυλαγόμουνα μήπως κι επιθυμήσω.

Και τώρα; Χωρίς τίποτα ν’ αλλάξει

υπήρξε μόνο μια στιγμή

όπου ένα εύγλωττο βλέμμα

περιέγραφε κάτι

ασύγκριτα πιο συναρπαστικό

απ’ τη δική μου πραγματικότητα

 

 

 

MOMENTARY LIFE

 

 

I closed all the windows

that looked to the garden of flesh

the shutters only touch

the tree branches of love

that hang loose

and touch the ground

I stay away from

the view of mortal stars

I hide myself just not to desire.

And now? With nothing changed

only one moment is left

when the keen eye

will describe something

incomparably more exciting

than my own reality

 

ANTHOLOGY of  NEOHELLENIC POETRY, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, autumn 2017

 

Νάσος Βαγενάς, Βιογραφία (I)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Βιογραφία

[Ενότητα Βιογραφία]

I

Σφύριξε πάλι άνοιξη. Το πράσινο ανεβαίνει. Άνθη μοσχοβολάνε. Μήλα

Πέφτουν στο χώμα και φέρνουν στο νου γκιλοτίνες.

Να γινότανε μια επανάσταση. Κεφάλια να πέφτανε ξαφνικά και στη θέση τους

Να μη φύτρωνε τίποτε.

Έπειτα από χρόνια τα σώματα ν’ αφήνονταν ελεύθερα. Να κυκλοφορούνε.

Ενθύμια του παλαιού καθεστώτος.

Από τη συλλογή Βιογραφία (1978) του Νάσου Βαγενά

View original post

Γιάννης Αγγελάκας, Η αυτοκρατορία των ανάπηρων

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Η αυτοκρατορία των ανάπηρων

Κοιτάζομαι προσεχτικά στον καθρέφτη.
Ένα μεταλλικό πολύχρωμο ελατήριο
στη θέση της γλώσσας
μπαινοβγαίνει ρυθμικά μέσα-έξω στο στόμα μου.
Όσο το παρατηρώ τόσο ομορφότερο μου φαίνεται
διαλύοντας και τις τελευταίες υποψίες μου.
Θεέ μου εκείνο το σαρκώδες τερατούργημα που μου χάρισες
ναι και καλά γλώσσα
το ξεφορτώθηκα.
Όταν δεν το χρειάζεται κανείς καλύτερα να το κόβει.
Στην αρχή σού φαίνεται άβολο
αλλ’ όμως σαν κοιτάζεσαι στον καθρέφτη
χίλιες φορές πιο όμορφος πιο ελαφρύς
αποζημιώνεσαι για τα καλά.
Περνάω όλες σχεδόν τις ελεύθερες ώρες μου μπροστά στον καθρέφτη.
Κοιτάζοντας κάθε καινούργιο μου εξάρτημα
το διασκεδάζω μέχρι να εξαντληθώ πραγματικά.
Τα μάτια μου αναβοσβήνουν χρώματα
με τα πρωτότυπα εσωτερικά τους φωτοκύτταρα.
Δεν δακρύζουν πια
έχε για αποκρουστικό πρώην βάσανο.
Με τους ακουστικούς ηλεκτρονικούς ρυθμιστές μου
τ’ απογεύματα
ανεβάζω την ένταση όλων αυτών των χαρούμενων ήχων
που στέλνουν στ’ αυτιά μου
οι γλυκόγκριζοι καμπούρηδες απ’ το δρόμο
καθώς βολτάρουν με…

View original post 70 more words

Γιάννης Βαρβέρης, Το γράμμα

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Το γράμμα

Στην τσέπη του παλτού σου
παλιό σουσάμι
φλούδα φιστικιών
και το τσαλακωμένο γράμμα μου.
Ξύπνησαν λέξεις
φράσεις ανακλαδίστηκαν
έτριξα μήνες εκεί μέσα
μέρες του κρύου
νύχτες απ’ την κρεμάστρα μέσα στη σιωπή
μήπως ακούσεις
άλλαξα στίξη αμβλύνοντας υπαινιγμούς
κόπηκα ράφτηκα εν αγνοία σου
κατά τις πιθανές σου επιθυμίες.
Μα τώρα πια που μπαίνει το καλοκαιράκι
κι είναι σαφείς οι προοπτικές του μέλλοντός μας
αντί να γκρεμοτσακιστώ πηδώντας
ή αντί να με ξεγράψεις
στέλνοντας το παλτό σου στο καθαριστήριο
θα σφίξω θα μαζέψω
σε σουσάμι ή φλούδι
κι απ’ τις γραφές θα γραπωθώ για πάντα.

Κάποτε θα μ’ αγγίξουνε τα δάχτυλά σου.

Από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου (1982) του Γιάννη Βαρβέρη

Translatum: Favourite Poetry / Γιάννης Βαρβέρης

View original post

Γιώργος Βέης, Ο Αλέξης Τραϊανός στο τηλέφωνο

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ο Αλέξης Τραϊανός στο τηλέφωνο

[Ενότητα Αλληλογραφία]

Έλα σπίτι να γράψουμε ποιήματα
με χίλια βιολιά να παίζουν αληθινό ροκ,
η νύχτα διπλή, δίχως σταθμό,
μ’ όλα τα μίλια τής μηχανής και του χρόνου στο φουλ
έλα, με το τζιν να ποτίζει το μεδούλι τού νου,
έλα στο σπίτι να γράψουμε τρελά ποιήματα,
θυμάμαι που μου το ’λεγες τόσες φορές
και σ’ άκουγα στο βάθος τής πολυκατοικίας
οδός Βασιλίσσης Όλγας 118,
με τα παντζούρια κλειστά, μέρα μεσημέρι,
για να μη μπαίνει το φως του καλοκαιριού
στο πικάπ ο Σαχτούρης να διαβάζει ποιήματα
κι εσύ να μεταφράζεις τους απόβλητους ποιητές σου,
μαγεμένος πίνοντας μαγεμένος ως το άλλο πρωί,
με τη ζέστη να ξεραίνει τις λέξεις μας,
με το μαγιό εσύ, με τους πόρους σου ανοικτούς,
για να μπαινοβγαίνει ελεύθερα το σκοτεινό αλκοόλ τής μοίρας
με το τηλέφωνο κατεβασμένο
σε πόναγε το κουδούνισμα απ’ το υπερπέραν,
στο μικρό χολ οι εφέστιοι θεοί…

View original post 196 more words