A Summary and Analysis of Edgar Allan Poe’s ‘The Cask of Amontillado’

Interesting Literature

A commentary on a classic Poe story

‘The Cask of Amontillado’ is one of Poe’s shorter classic tales. It was first published in 1846 in a women’s magazine named Godey’s Lady’s Book, a hugely popular magazine in the US in the mid-nineteenth century. (The magazine had published one of Poe’s earliest stories, ‘The Visionary’, twelve years earlier.) ‘The Cask of Amontillado’ is one of Poe’s ‘revenge stories’, and the way he depicts the avenger’s psychological state is worthy of closer analysis. You can read the story here.

First, a quick summary of the plot of ‘The Cask of Amontillado’, which is our way of saying ‘those who wish to avoid spoilers please look away now’. The story is narrated by the murderer, Montresor, who takes revenge on a fellow Italian nobleman, Fortunato, during the carnival season. Fortunato, drunk and dressed in motley, boasts that he can tell an…

View original post 976 more words

Ανέστης Ευαγγέλου, Υπεραστική συνδιάλεξη

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Υπεραστική συνδιάλεξη

Εχτές το βράδυ μου τηλεφώνησε
ο πατέρας μου.
Στείλε μου μερικά
πενηνταράκια ούζο, μου είπε,
και καναδυό κούτες τσιγάρα
σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια
να σας συλλογιέμαι.
Και –να μην
το ξεχάσω– και πεντέξι δίσκους
φωνογράφου μ’ εκείνα τα παλιά, ξέρεις,
ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.

Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες
και πού να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια
της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ’ ουρανού.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

View original post

Σέ μιά γυναίκα

Θυμάσαι τίς νύχτες; Γιά νά σέ κάνω νά γελάσεις περπατούσα πάνω

          στο γυαλί τής λάμπας.

“Πώς γίνεται;” ρωτούσες. Μά ήταν τόσο απλό

αφού μ’ αγαπούσες.

 

For a Woman

 

Do you remember the nights? To make you laugh I’d walk

          over the glass of the night lamp.

“How was it possible?” You asked.

 

But it was so simple:

since you loved me

 

Απλά Λόγια

Βράδυ όμοιο σχεδόν μέ τ’ άλλα: η πλήξη, λιγοστό φώς,

          οι χαμένοι δρόμοι

κι άξαφνα κάποιος πού σού λέει “είμαι φτωχός”, σάν νά

         σού δίνει μιά μεγάλη υπόσχεση.

 

 

Simple Words

The night almost same as all others: tediousness,

          the faint light, lost paths

and suddenly someone says “I’m poor”, as though giving you

          a great promise.

 

 

Ο Ηττημένος

 

     Γονάτισε κι ακούμπησε τό μέτωπό του στό πάτωμα. Ήταν

η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του,

πού όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στίς σανίδες, σάν ένα

αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.

     Ο ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο—σάν τό Θεό.

 

 

 

The Defeated

 

     He kneeled and laid his forehead on the floor. It was

the difficult time. When he got up, his embarrassed face,

that we all knew, had stayed there, on the planks, like

a useless upside helmet.

    The same man returned home, without face—like God.

 

 

Χοιροστάσιο

 

     Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δέ σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο μέ

τό δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο πού

όλο στένευε, σέ πλησίαζαν σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμω-

χνόσουνα στόν τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μιά

τρύπα νά χωθείς.

    Κι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στή θέση του στεκόταν ένας άλλος,

καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος.

 

 

Pigsty

 

    Things had changed, these days they don’t kill, they only

point at you with the finger, it’s enough. Then, they make

a circle that always becomes smaller, they slowly get closer,

you retreat, back against the wall, until in desperation, you,

alone, open a hole to hide into.

     When the circle is cleared, in its place stands the other,

in every respect lovable man.

 

 

Η Έκτη Ημέρα

 

     Ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στά

μαύρα, φορούσε καί τό καλό καπέλο της μέ τό βέλο, “δέν έπρεπε νά

μάς τό κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στό βάθος χλωμοί άντρες στήναν

τή μεγάλη σκηνή τού τσίρκου,

     “γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το

φανάρι τού δρόμου,

      η μικρή ξαδέλφη όπου νά `ναι θά πέθαινε, τήν έσπρωξα πίσω απ’

τήν ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μά εγώ τήν έγδυνα κιόλας σάν

πόρνη—κι όταν τή θάψαμε, εγώ έμεινα γιά πάντα εκεί, πίσω απ’

τήν ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τά ποντίκια,

     κι ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας,

     οι τροχαλίες γλύριζαν καθώς ανέβαζαν τό πρώτο ρολόι στή στέ-

γη τού σταθμού,

     κάθισα στήν άκρη τού δρόμου, τόσο θλιμμένος, πού οι τυφλοίμ’

έβλεπαν.

 

 

The Sixth Day

 

     It was the sixth day of creation; mother was dressed in black,

she wore her good hat with the veil, “God shouldn’t had done this

to us” she said, at the far end pale workers put together the big

stage of the circus,

    “come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged

the lamp-post of the street,

     my young cousin was almost dead, I pushed her behind the closet,

“I love you” she’d say, but I had already undressed her—like a whore—

when we buried her, I stayed there forever, behind the closet, half

eaten by the mice

     and it was the sixth day of creation,

     pulleys grunted as they lifted up the roof of the station

the first clock,

     I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind

could see me.

 

 

 

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/T;asow Livaditis-Selected Poe

Ο ΤΡΙΤΟΣ

 

     Τότε ήρθε κι ο άλλος, κρατούσε μιά παλιά φθαρμένη βαλίτσα,

όπου έκρυβε τά φαντάσματα τής ζωής του, γιά νά μήν κάνουν τόν

κόπο νά τόν κυνηγούν,

     ήμασταν στό ίδιο πνιγηρό δωμάτιο, καί τό μεγάλο ζώο πού ήταν

ζωγραφισμένο στό χαλί μάς έτρωγε κιόλας τά γόνατα,

     “μητέρα, ρώτησα κάποτε, πού μπορούμε νά βρούμε λίγο νερό γιά

τ’ άλογό μου;”, “μά δέ βλέπω κανένα άλογο”, “κι εσύ μητέρα!”,

     μιά σειρά κεριά ήταν κι απ’ τίς δυό μεριές τού διαδρόμου, καί

στό βάθος τό σκοτεινό μαγαζί πού πουλούσε παλιά μουσικά όργανα

κρεμασμένα απ’ τό ταβάνι, σάν τούς φτωχούς, καί στή μέση ο

παλαιοπώλης, γέρος καί βρόμικος, κούρντιζε πάνω στά γόνατά του

τό πεθαμένο χέρι, “μάς γέλασαν, φώναξα, μάς έδωσαν άλλο σπίτι”,

μά δέν υπήρχε κανείς γύρω, μονάχα μιά φουρκέτα κάτω στίς

πλάκες σάν ένα μικρό έντομο, πού μόλις έκανα νά τήν αγγίξω

πέταξε καί χάθηκε απ’ τό παράθυρο.

      Κι όλη τή νύχτα ακούγαμε τούς σιδεράδες πού ετοιμάζαν τά

καρφιά, σάν νά υπήρχε κάποιος Ιησούς ανάμεσα στούς τρείς μας.

 

 

THE THIRD MAN

 

     Then the other one came, he carried an old ravished valise,

in which he hid all the ghosts of his life, that they never needed

chase after him,

     we were in the same stuffy room and the large animal sawn

on the carpet was already biting our knees,

    “mother”, I asked at some-time, “where can we find some water for

my horse?”, “but I don’t see any horse”, “you too, mother!”,

     a line of candles was on both sides of the hallway and at

the far end the store that sold old music instruments hanging

from the ceiling like the destitute, and in the middle the merchant,

old and dirty, on his knee would wound up the dead arm,

“they fooled us” I cried, “they gave us another house”,

but no-one was around, only one hairpin on the tiles, like

a small insect that as I tried to touch it flew and vanished

through the window.

     And all night long we heard the blacksmiths preparing the nails

as if there was a Christ among the three of us.

 

 

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis 

ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ/AUTUMN LEAVES

Normal
0

false
false
false

EN-CA
X-NONE
X-NONE

/* Style Definitions */
table.MsoNormalTable
{mso-style-name:”Table Normal”;
mso-tstyle-rowband-size:0;
mso-tstyle-colband-size:0;
mso-style-noshow:yes;
mso-style-priority:99;
mso-style-parent:””;
mso-padding-alt:0cm 5.4pt 0cm 5.4pt;
mso-para-margin-top:0cm;
mso-para-margin-right:0cm;
mso-para-margin-bottom:10.0pt;
mso-para-margin-left:0cm;
line-height:115%;
mso-pagination:widow-orphan;
font-size:11.0pt;
font-family:”Calibri”,”sans-serif”;
mso-ascii-font-family:Calibri;
mso-ascii-theme-font:minor-latin;
mso-hansi-font-family:Calibri;
mso-hansi-theme-font:minor-latin;
mso-fareast-language:EN-US;}

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

 

Στα κλαδιά του δέντρου

θρόϊσμα φύλλων

προσδιορίζουν

απαλή προσγείωση

κάτω απ’ τις σόλες μου

παιγνίδι γελαστό  και κρύφιο

γκρίζο ομιχλώδες

πρωινό Οχτώβρη

που φέρνει

το χαμόγελο

αναμονή

φλογερού Απρίλη

νεκρανάσταση

 

φιλοσοφία φύλλων

εξήγηση

προορισμός

αρμονία

 

 

AUTUMN

 

In tree branches

rustle of leaves

definition of fall

soft landing

under my soles

secretly played game

grayish, foggy

October morning

prompts smile

anticipation

of fiery April

resurrection

 

philosophy of leaves

exegesis

harmony

purpose

 

 

~ΦΥΛΛΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ/AUTUMN LEAVES

~ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ/MANOLIS ALIGIZAKIS

~Ανέκδοτη Συλλογή/Unpublished Collection

George Seferis-Collected Poems

George Seferis_cover

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ. Σ.

(Απόσπασμα)

 

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.

 

Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου

γλιστρούσε μλεσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου

καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε

ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θεμρπμέτρου

ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.

Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν

ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες

μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή

μια σαϊτα τιναγμλενη ξαφνικά

από τα πέρατα μιας νειότης βασιλεμένης.

Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους

θησαυρούς των Ατρειδών

και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας

Ελένης του Μενελάου»

χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάνδρα

μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.

Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο

με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.

 

IN THE MANNER OF GEORGE SEFERIS

 

(Excerpt)

 

Wherever I travel Greece wounds me.

On Pelion among the chestnut trees the shirt of the Centaur

slipped through the leaves to wrap around my body

as I went up the slope and the sea behind me

also climbing like the mercury of a thermometer

until we found the water of the mountain.

On Santorini touching islands that were sinking

listening to a flute playing somewhere on the pumice-stones

my hand was nailed on the gunwale

by an arrow suddenly shot

from a faraway vanished youth.

At Mycenae I raised the great rocks and the Atreides’ treasures

and I slept with them at the hotel “Menelaus’ Helen”

though they disappeared at dawn with Cassandra’s call

with a cock hanging from her black neck.

On Spetses, Poros and Mykonos

the barcaroles made me sick.

 

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

 

www.manolisaligizakis.com

Manolis Anagnostakis-translated by Manolis Aligizakis

Ο Ουρανός

Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
ύστερα να πάμε μαζὶ στο δάσος
ν᾿ αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
που στον κάθε κορμὸ έχουμε χαράξει
εδώ και χρόνια τα ιερὰ ονόματα
να τα συλλαβίσουμε μαζὶ
να τα μετρήσουμε ένα-ένα
με τα μάτια ψηλὰ στὸν ουρανὸ σαν προσευχή.

Το δικό μας το δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.

Δεν περνούν απὸ δω ξυλοκόποι

 

THE SKY

Firstly I want to hold your hands

to listen to your pulse

then we’ll go to the forest together

to hug the big trees

on the trunks of which long time ago

we engraved revered names

to trace their lines one by one

to count them one by one

with our eyes gazing high up as if praying.

 

The sky doesn’t hide our forest.

 

The lumberjacks don’t pass by here.

 

 

 

ANTHOLOGY of NEOHELLENIC POETRY

ΜΑΝΩΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

 

ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ

 

Κανονικὰ δεν πρέπει να `χουμε παράπονο
Καλὴ κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά- αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωὴ και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμὶ και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα,
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ᾿ άλλην Ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ᾿ άλλα χρόνια,
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημὸ του εν γένει πάσχοντος ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχὴ
Στην προβληματικὴ και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρὼν και δραστικό- κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιοῦσθε μὲ τὸ παραπάνω
Δυο δυο, τρεις τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετὰ απὸ τόση κούραση.

(Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;)

 

 

 

ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ

Κανονικὰ δεν πρέπει να `χουμε παράπονο
Καλὴ κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά- αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωὴ και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμὶ και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα,
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ᾿ άλλην Ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ᾿ άλλα χρόνια,
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημὸ του εν γένει πάσχοντος ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχὴ
Στην προβληματικὴ και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρὼν και δραστικό- κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιοῦσθε μὲ τὸ παραπάνω
Δυο δυο, τρεις τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετὰ απὸ τόση κούραση.

(Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;)

 

 

YOUNG MEN FROM SIDON

 

 

We shouldn’t complain, really

your company was pleasant and full of vigor

freshened girls, wholesome boys

full of love for life and for adventures

and your songs were sweet and meaningful

very sentimental, humane

for the children who died over the other continent

for the heroes who were killed in years past

for revolutionaries with black skin, green, reddish

for the grief of every suffering man

this involvement is especially to your honour

for today’s problems and struggle

you always appear and you fight, therefore

I believe it’s your right in two or three

at a time to play and to fall in love,

to just relax, brothers, after such tiredness.

 

(George, they’ve aged us prematurely, have you realised it?)

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, φθινόπωρο, 2017

ANTHOLOGY of NEOHELLENIC POETRY, translated by Manolis Aligizakis, Ekstsis Editions, Victoria, BC,  autumn 2017