Λεωνίδας Ζενάκος, «Καισαριανή»

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

«Καισαριανή»

Ποιος ξέρει αν εδώ που ήρθαμε
δεν είναι για θάνατο.
Ο φόνος γλίστρησε, κύλησε στη γωνιά –μια κάθετη γραμμή
που κατεβαίνει από ψηλά
δείχνοντας την άλλη μεριά του μυαλού σου.
Προσοχή! Άσπρο και μαύρο
άσπρο και μαύρο
άσπρο και μαύρο.
Για να τελειώνεις
θες ακόμα
δέκα δεκαπέντε χιλιόμετρα ποίηση
τα μέσα έξω
ακριβώς όπως το νόμισμα απ’ τη μεριά που δείχνει
θάνατο. Άσπρο και μαύρο.

Εδώ τα χρώματα δεν τα πρόσεξες.
Αυτό το κόκκινο κινδυνεύει να πέσει
να γκρεμιστεί και να γεμίσει την κάμαρα
αίμα.
Επί σκοπόν!
Πυρ!
Γύρισε να μας πεις πώς έβγαλε η μάντρα θειάφι
και σκόρπισε τα παιδιά
πώς τέντωσες έτσι την απελπισία ως το τέλος.
Το μαύρο τελειώνει
Το άσπρο σκληρό σαν χιόνι που πατήθηκε από τέσσερις μελλοθάνατους εικοσιδυό χρονώ.
Ξάφνου γλιστρούν γλυκά τ’ αστέρια
στον ώμο του λοχαγού
κι η αστραπή κατάστηθα
σαν τελευταίο φιλί πριν απ’ τον ύπνο.

Από τη συλλογή Ταίναρο (1955)…

View original post 17 more words

Μίλτος Σαχτούρης, Η νοσταλγία γυρίζει

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι
έξω ακουγόνταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μια φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει

Από τη συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952) του Μίλτου Σαχτούρη

View original post

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι. 3 [Μια άλλη νύχτα…]

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Κατάλογοι. 3 (απόσπασμα)

[…]
Μια άλλη νύχτα.
Πάλι χόρτα.
Ένα ξέφρενο κυνηγητό, άγρια χτυπήματα στα κέντρα του σώματος,
χωρίς λόγο, θανάσιμα ίσως, ο άνθρωπος σαν άνθρωπος,
πιστός στον άνθρωπο,
χτυπήματα ανθρωπώδη, ανθρωπώδεις κλωτσιές, ανθρωπώδεις νυχιές.
Όλα στον άνθρωπο είναι ανθρωπώδη, ο άνθρωπος είναι ανθρωπώδης.
Ο άνθρωπος και τίποτε άλλο.
Ο άνθρωπος είναι η δικαιοσύνη του θεού.
Η πρώτη νύχτα. Το μυαλό
δεν μπορεί ακόμα να πιάσει τις δύο άκρες της κλωστής που κεραυνώνεται,
η άλλη νύχτα όμως είναι μέσα στην πρώτη νύχτα,
τα ίδια δέντρα, η ίδια ησυχία μες στα μεγάλα σκοτεινά δέντρα,
η ίδια λαγνεία, η έλξη,
το αίμα είναι πάντα εκεί, το πάντα αίμα,
ένα αφάνταστο μετάξι αρωματισμένο, κατεβαίνει χρυσοκόκκινο
μέσα από τη σμίλη της ψυχής του ουρανού των αντανακλάσεων,
λικνίζεται γύρω απ’ τα μικρά σώματα με την άγνοια του σπέρματος,
με την άγνοια της σφαγιαστικής αιχμής του σπέρματος,
γυναίκες που είναι η ζωή,
γυναίκες που η ζωή…

View original post 96 more words