Yannis Ritsos//translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΟΥΔΕΤΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

 

Υπάρχουν βιβλία μικρού σχήματος με στάλες κερί στο εξώφυλλό τους

σα να `κλαιγε στο διπλανό δωμάτιο μια γυναίκα. Υπάρχουν ανθρώποι

πολύ δοξασμένοι στη ζωή, λησμονημένοι μετά θάνατον. Κι ενώ

κανένας πια δε μας πρόσεχε, μπορέσαμε ελεύθεροι να δούμε

απέναντι, στο αέτωμα του ναού, τους τρεις μαρμάρινους ιππείς γυμνούς,

πανέμορφους,

χωρίς ασπίδες κι ακόντια, περίχρυσους απ’ την  εσπέρα,

να προχωρούν με σιωπηλή κατανόηση προς τον δικό μας ξενώνα,

εκεί που `χαμε αφήσει ολόκληρο βουνό διπλωμένες κουβέρτες

και μεγάλα ρολόγια βυθισμένων καραβιών, από καιρό σταματημένα.

 

NEUTRAL TIME

 

 There are books of small size with drops of wax on their covers,

as though a woman cried in the next room. There are people

much glorified in their lives forgotten after their deaths. And while

no one paid attention to us anymore, we managed quite freely

to look on the opposite side, at the temple pediment, the three marble

riders naked, most ever handsome,

without spears and shields, golden from the sunset light,

to walk with silent understanding toward our guesthouse,

where we had left a whole mountain of folded blankets

and big clocks of sunken ships, for a long time stopped.

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Ο Πυθαγόρας και η πυθαγόρεια σχολή – Πρώτο Μέρος

ΑΡΧΑΙΩΝ ΤΟΠΟΣ

3.1. Η φιλοσοφία και η παραδοσιακή θρησκεία


Το πρώτο κεφάλαιο στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας έχει ολοκληρωθεί στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Η μιλήσια κοσμολογία, με τον Θαλή, τον Αναξίμανδρο και τον Αναξιμένη, έχει ανοίξει ένα νέο πεδίο έρευνας στην ανθρώπινη εμπειρία, όπου κυρίαρχη είναι η έννοια της φύσης. Το σύνολο των φυσικών μεταβολών, ο αέναος κύκλος της γέννησης και της φθοράς των πραγμάτων, είναι το αντικείμενο της φιλοσοφικής αναζήτησης.

View original post 2,099 more words

The Best Poems about Oxford

Eight classic poems about the city of Oxford

Oxford has been home to a number of poets, and has educated far more. Some of them have seen fit to celebrate the city of Oxford in their poetry – below are eight of the finest Oxford poems in all of English literature.

Matthew Arnold, Thyrsis. This poem makes it onto this list because it is the origin of the famous epithet for the city of Oxford: ‘city of dreaming spires’. Arnold was educated at the University of Oxford along with his friend and fellow poet Arthur Hugh Clough, whose death in 1861 Thyrsis commemorates. This long pastoral elegy is closely related to the next Oxford poem on this list, which was also written by Arnold…

Matthew Arnold, ‘The Scholar-Gypsy’. The story for this long narrative poem, which Arnold wrote in 1852-3, was taken from Joseph Glanvill’s 1661 book

View original post 523 more words

Άγριες φράουλες

dimart

—Κυριολεξίες #44 / Η Εύη Τσακνιά εικονογραφεί μια κυριολεξία κάθε δεύτερη Κυριακή—

wild strawberries

Σήμερα η Εύη Τσακνιά εμπνέεται από τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: Άγριες φράουλες

* * *

#tip: πατήστε πάνω στην εικόνα —όχι να πατήσετε εσείς, κάντε απλώς κλικ— για να τη δείτε σε μεγάλο μέγεθος

Εδώ άλλες κυριολεξίες από την Εύη Τσακνιά και το dim/art

Το dim/art στο facebook

View original post

Επιδράσεις του αρχαίου ελληνικού μουσικού πολιτισμού στο Βυζάντιο και στο Ισλάμ

Παιδείας Εγκώμιον

Μάθημα κιθάρας, αττική υδρία, περ. 510 π.Χ.

του Κώστα Κυριάκη, Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Εισαγωγή

Στην παρούσα εργασία θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αρχαίας ελληνικής μουσικής θεωρίας, θεωρητικών και πράξης μέσα από την προσέγγιση της υλικοτεχνικής βάσης της μουσικής, και συγκεκριμένα μέσα από τις βασικές κλίμακες αναφοράς, δηλαδή τις ανημίτονες πεντάτονες, τις επτάτονες διατονικές και τις σύντονες διάτονες, προσδιορίζοντας τις επιδράσεις που ο μουσικός πολιτισμός της αρχαιότητας άσκησε, σε επίπεδο θεωρητικών και πράξης, τόσο στο Βυζάντιο όσο και στο Ισλάμ. Τέλος, θα εντοπίσουμε τις συνέχειες και ασυνέχειες μεταξύ του αρχαίου και του βυζαντινού μουσικού πολιτισμού.

View original post 3,703 more words

Ιτωνία: Η θεά που λατρευόταν πριν 2.500 χρόνια στη Θεσσαλία

ΕΛΛΑΣ

itwniaΕνα ταξίδι στο χρόνο, με «οδηγό» την προϊσταμένη της ΛΔ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Μαρία Βαϊοπούλου και προορισμό ένα μικρό χωριό στις όχθες του ποταμού Σοφαδίτη – Ονόχωνου, μας φέρνει στη Φίλια- μια περιοχή με λίγους κατοίκους, πολύ εύφορο έδαφος αλλά και πολλά σημαντικά ιστορικά στοιχεία κρυμμένα στα «σπλάχνα» της.

View original post 670 more words

Η νυχτερινή ζωή του λιμανιού του Πειραιά του 1935

ΕΛΛΑΣ

Χειρωνακτική φόρτωση οχημάτων στο λιμάνι του Πειραιά τη δεκαετία του ’30.

Του Νικόλαου Μαράκη

Έτσι αρχίζει πάντα η ιστορία αυτή. Μαζί με το σούρουπο. Πρώτα αρχίζουν ν’ αναβοσβήνουν τα φώτα της μπούκας του λιμανιού. Πράσινο – κόκκινο. Κόκκινο – πράσινο. Ύστερα φεύγει και το τελευταίο καράβι που έχει υψωμένη στο πλωριό άλμπουρο τη γαλάζια σημαιούλα της παρτέντζας. Η δουλειά έχει σταματήσει και το λιμάνι παίρνει μια πένθιμη όψη. Οι σκιές απλώνουν από τη μια ως την άλλη άκρη τα φτερά τους και τα κρέπια της νύχτας χαμηλώνουν, χαμηλώνουν ως τις αντένες των πλοίων που μένουν δεμένα…

View original post 1,252 more words

Σταύρος Ξαρχάκος & Μάνος Ελευθερίου, Το δηλητήριο που πίνεις

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Το δηλητήριο που πίνεις

Μουσική:Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι:Μάνος Ελευθερίου
Πιάνο:Νεοκλής Νεοφυτίδης
Ερμηνεία:Σταύρος Ξαρχάκος
Εικονογράφηση:Γιώργος Ρόρρης
Παραγωγή:Παρασκευάς Καρασούλος
Δίσκος:Σταύρος Ξαρχάκος | 7 ελεγείες και σάτιρες για φωνή και πιάνο (Μικρή Άρκτος, 2017)

Πάνω στην κόκκινη κουβέρτα
ρίχνεις πασιέντζες μοναχή
και ξαναρχίζεις την κουβέντα
με την χαμένη σου ψυχή

Κι ένας ρεμπέτης στρατηλάτης
λεν τα χαρτιά σου πως θα ’ρθει
σαν νικημένος τρομοκράτης
μπροστά σου να προσευχηθεί

Το δηλητήριο που πίνεις
είναι για σένα γιατρικό
κι όπως τη χρήση ασπιρίνης
το ’χει η καρδιά σου εφεδρικό

Το φόρεμά σου στην κρεμάστρα
μυρίζει πεύκο κι εξοχές
κι όλο ξηλώνει χάντρα-χάντρα
σε κάθε στάλα απ’ τις βροχές

Κι ούτε σου βγαίνουν οι πασιέντζες
κι ούτε κανείς τηλεφωνεί
και μόνο μέσα απ’ τα τραγούδια
ακούς ερωτική φωνή

Το δηλητήριο που πίνεις
είναι για σένα γιατρικό
κι όπως τη χρήση ασπιρίνης
το ’χει η καρδιά σου εφεδρικό

View original post

Έρημη Χώρα//Waste Land by T S Elliot

tseliot

ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ
Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ
Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis
vidi in ampulla pendere, et cum illi pueri dicerent:
Σίβυλλα, τι θέλεις; Respondebat illa: αποθανείν θέλω.

Στον Ezra Pound
Il miglior fabbro

Α΄ Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’
το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα• σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen,
echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το
χειμώνα στο νότο.

Ποιές ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι
δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο
ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο
γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει
ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται
να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.

Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch Kind,
Wo weilest du?

«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα
χρόνο•
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά
σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.

Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας
Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι
εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφταλμος έμπορας, και τούτο το
χαρτί,
Τ’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν
Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή
μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.

Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης
αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος,
τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει
τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα
μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ
Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα,
φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον
άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά
του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον
άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !
Συ! hypocrite lecteur ! – mon semblable,
– mon frère!»

 

The Waste Land

By T. S. Eliot

                                  FOR EZRA POUND
                                IL MIGLIOR FABBRO

  1. The Burial of the Dead

 

April is the cruellest month, breeding

Lilacs out of the dead land, mixing

Memory and desire, stirring

Dull roots with spring rain.

Winter kept us warm, covering

Earth in forgetful snow, feeding

A little life with dried tubers.

Summer surprised us, coming over the Starnbergersee

With a shower of rain; we stopped in the colonnade,

And went on in sunlight, into the Hofgarten,

And drank coffee, and talked for an hour.

Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.

And when we were children, staying at the arch-duke’s,

My cousin’s, he took me out on a sled,

And I was frightened. He said, Marie,

Marie, hold on tight. And down we went.

In the mountains, there you feel free.

I read, much of the night, and go south in the winter.

 

What are the roots that clutch, what branches grow

Out of this stony rubbish? Son of man,

You cannot say, or guess, for you know only

A heap of broken images, where the sun beats,

And the dead tree gives no shelter, the cricket no relief,

And the dry stone no sound of water. Only

There is shadow under this red rock,

(Come in under the shadow of this red rock),

And I will show you something different from either

Your shadow at morning striding behind you

Or your shadow at evening rising to meet you;

I will show you fear in a handful of dust.

                      Frisch weht der Wind

                      Der Heimat zu

                      Mein Irisch Kind,

                      Wo weilest du?

“You gave me hyacinths first a year ago;

“They called me the hyacinth girl.”

—Yet when we came back, late, from the Hyacinth garden,

Your arms full, and your hair wet, I could not

Speak, and my eyes failed, I was neither

Living nor dead, and I knew nothing,

Looking into the heart of light, the silence.

Oed’ und leer das Meer.

 

Madame Sosostris, famous clairvoyante,

Had a bad cold, nevertheless

Is known to be the wisest woman in Europe,

With a wicked pack of cards. Here, said she,

Is your card, the drowned Phoenician Sailor,

(Those are pearls that were his eyes. Look!)

Here is Belladonna, the Lady of the Rocks,

The lady of situations.

Here is the man with three staves, and here the Wheel,

And here is the one-eyed merchant, and this card,

Which is blank, is something he carries on his back,

Which I am forbidden to see. I do not find

The Hanged Man. Fear death by water.

I see crowds of people, walking round in a ring.

Thank you. If you see dear Mrs. Equitone,

Tell her I bring the horoscope myself:

One must be so careful these days.

 

Unreal City,

Under the brown fog of a winter dawn,

A crowd flowed over London Bridge, so many,

I had not thought death had undone so many.

Sighs, short and infrequent, were exhaled,

And each man fixed his eyes before his feet.

Flowed up the hill and down King William Street,

To where Saint Mary Woolnoth kept the hours

With a dead sound on the final stroke of nine.

There I saw one I knew, and stopped him, crying: “Stetson!

“You who were with me in the ships at Mylae!

“That corpse you planted last year in your garden,

“Has it begun to sprout? Will it bloom this year?

“Or has the sudden frost disturbed its bed?

“Oh keep the Dog far hence, that’s friend to men,

“Or with his nails he’ll dig it up again!

“You! hypocrite lecteur!—mon semblable,—mon frère!”

 

T S ELLIOTT.