Ένα μεσημέρι / finale δεύτερου μέρους (Σταύρος Ξαρχάκος)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Σταύρος Ξαρχάκος, Ένα μεσημέρι / finale δεύτερου μέρους (ορχηστρικό)

Μπουζούκι:Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Δίσκος:Ένα μεσημέρι (1966)

View original post

Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Απόσπασμα)

V

Κάτσανε κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτὶ φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε στο μονοπάτι της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε τη σημαία.

Είχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνὸ χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μία μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθινοπώρου.
Τίποτ᾿ άλλο δεν έμενε. Μονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.
Οι άλλοι μας άφησαν απὸ καιρὸ κάτου απ᾿ τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Μόνο που η σιγαλιὰ μεγάλωνε πολὺ
κ᾿ είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλὸ σαν το νοικοκυριὸ της σκοτωμένης.

Τί θα γίνουν τώρα όταν θα `ρθει η βροχὴ μες στο χώμα με τα σάπια πλατανόφυλλα
τί θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς σαν σπασμένος κοριὸς στο χωριάτικο κρεββάτι
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το λελέκι του χιονιού;
Ρίχνουνε αλάτι οι γριὲς μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ᾿ αμπέλια της Μονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη ρώγα των εχτρών το στόμα,
βάλαν σ᾿ ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζὶ με τα μαχαιροπήρουνα
και ταριγυρνάνε έξω απ᾿ τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μία γλώσσα πιο της κερασιάς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη –
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια ή απάνου στα βουνὰ ή κάτου απ᾿ τη θάλασσα, δεν ξεχνάνε –
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρωτήσουν μία μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατο τους, πάνου στο βιβλίο ή μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.
Θα χρειαστεί καιρός. Και πρέπει να μιλήσουμε. Ώσπου να βρουν το ψωμὶ και το δίκιο τους.

Δυο κουπιὰ καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει. Καμένο το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;
Στάχτη η ελιά, τ᾿ αμπέλι και το σπίτι.
Βραδιὰ σπαγγοραμμένη με τ᾿ αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερὴ και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ᾿ άγγιξε η φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και να κοχλάζει μόνο το νερὸ στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.

Απάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους – τρέχει το αίμα μες στις φλέβες.
Και να το βήμα γνώριμο. Ποιὸς είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.

Το σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Κάποιος έρχεται.
Το σύνθημα, το παρασύνθημα. Αδελφός. Καλησπέρα.
Θα βρει λοιπὸν το φως τα δέντρα του, θα βρει μία μέρα και το δέντρο τον καρπό του.
Του σκοτωμένου το παγούρι έχει νερὸ και φως ακόμα.
Καλησπέρα, αδερφέ μου. Το ξέρεις. Καλησπέρα.

Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικὰ και ντεμισέδες η γριὰ δύση.
Κανεὶς δεν αγοράζει. Τράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Μέσα στ᾿ αλώνι όπου δειπνήσαν μία νυχτιὰ τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ᾿ τ᾿ άρματα τους.
Την άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας τους,
τα παιδιὰ φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους που ανάψαν τα τσιγάρα τους και τ᾿ αγκάθια τῶν άστρων.

Κ᾿ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο αντικρὺ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ᾿ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Αγιὰ-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ᾿ ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού στον κόρφο της λιακάδας.
Κ᾿ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορὰ την ιστορία του κόσμου.

 

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

V

 

They sat under the olive trees in early afternoon sieving the gray light with their big fingers

they took off their cartridge belts and measured the anguish fitting the path of night

how much bitterness fits in the wild mallow’s knot

how much courage in the eyes of a shoe-less child holding up the flag

 

Past its time the last swallow remained in the plains weighed himself in midair like a black band

on the sleeve of autumn

Nothing else remained; only the burnt up houses smoldering.

The others who left us some time ago lay under the rocks

with their ripped shirts and their oaths written on the fallen door

No one cried – we had no time; only silence became deeper

and the light gathered down the shore like the

orderly house of the dead woman.

 

What will become of them when the rain comes amid the rotten plane leaves in the soil?

What will happen to them when the sun dries up in a blanket of cloud

like a crushed bug in a villager’s bed?

when the snow stork stands embalmed on the chimney of last night?

Old mothers scatter salt in the fire they scatter soil over their hair

they have uprooted the grapevines of Monemvasia so that not a black grape

will ever sweeten the enemy’s mouth

they placed in a sack the grandfather’s bones along with their knives and forks

and they go around outside the walls of their country looking

where to grow roots in the night.

 

It’ll be hard to find a tongue less powerful less stony than the cherry tree’s –

those hands that were left in the fields or up on the mountains or down under the sea

do not forget they never forget –

it’ll be difficult for us to forget their hands

it’ll be hard for the hands that grew calluses on the trigger to ask a daisy

to say thank you on their knees or on the book or in the bosom of the starlight

it will take time and we need to speak up until they find their bread and their rights.

 

Two oars rooted down in the sand at dawn in rough seas. Where’s the boat?

A plow embedded in the soil and the wind blowing

burnt up earth Where is the plowman?

Ashes the olive tree the grapevine and the house

Night stitched on with her stars inside the sock

Dried laurel leaves and oregano in the middle-self on the wall Fire couldn’t reach it

smoked up cooking pot in the fire – and the water boils by itself in the locked up house.

They had no time to eat

 

The forest’s veins on their burnt door leaf – blood flows in the veins

And here is the familiar footstep. Who’s he?

Familiar footsteps going uphill the nails of their soles.

 

Crawl of root in the rock. Someone’s coming

The password the response a brother, good evening

So then light will find its trees the tree will find its fruit

the flask of the killed still has water and light

Good evening my brother Good evening.

 

The old Lady West sells herbs and embroidery in her wooden shack

no one buys them. They’ve reached up high.

It’s difficult for them to come down anymore.

It’s difficult for them to fit in their own height.

 

On the threshing floor where the braves ate one night

the olive pits and the dry blood of the moon remain

and their fifteen-syllabic armory

the cypresses and laurels remain all around

Next day sparrows ate the crumbs of their army bread

children made toys out of the matches

that lit their cigarettes and the stars’ thorns

 

And the rock where they sat under olive trees in the afternoon opposite the sea

it will become whitewash in the kiln tomorrow

day after we’ll paint our houses and the bench of Saint Savior

the day after that we’ll plant the seed where they fell asleep

and a pomegranate bud will flash its first baby smile on the breast of sunshine

After that we’ll sit on the soil to read all their hearts

as if we read from the world history for the first time.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

 

‘The Smallness of the World’: Dickens, Reynolds and Mayhew on Wellington Street

In this special guest blog post, Dr Mary Shannon writes about the remarkable London street where a number of noted Victorian journalists worked

Last week, I turned a street corner near Oxford Circus and bumped into a friend from university who I had not seen in a good while. We both exclaimed at the coincidence which had brought us both to this same spot at the same time. If one of us had chosen a different route, or been delayed by a few minutes, we would never have even been aware that we had been in such close proximity. What a chance encounter, we both exclaimed, in a city of 10 million people.

And yet, when I thought about it afterwards, the encounter was not so much of a co-incidence after all. The same factors which made us friends in the first place (age, interests, values) brought us to the…

View original post 1,387 more words

αναζητούσε τον έρωτα

Στρατής Φάβρος - Strates Fabbros

αναζητούσε τον έρωτα
στην πιο λιτή του μορφή
στην μεσημεριανή του σώματος ηδονή
στ’ ανατρίχιασμα της γυναικείας σάρκας
που θα μύριζε πορτοκάλι
και θα είχε τη χροιά του παντός
κλεισμένη ως μια πολύτιμη σταγόνα αψέντι
στο φιαλίδιο της μνήμης
η σκιά θα έπεφτε θεραπευτική
κάτω από ένα ήλιο δυνάστη
και το ροδάκινο της θα περίμενε
τρυφερά να φαγωθεί μέσα
σε δροσερές σταγόνες νερού
που θα χοροπηδούσαν ανέμελες κι ανυπόταχτες
στην καρδιά του εκατόφυλλου μεσημεριού
κι όλο αυτό θα μπορούσε να είναι
εκείνη η στιγμή μέχρι το τέλος του χρόνου

θα έπρεπε αυτή η μορφή να υπάρχει;
ή ήταν κάτι που μπορούσε να συγχωρέσει
στην αναζήτηση του ;

Δεν είχε απάντηση, ήξερε μόνο
ότι υπήρχε ο Έρωτας.

View original post

«Κάθε πραγματικότης μού ήταν αποκρουστική»

dimart

Το τελευταίο σημείωμα του Κώστα Καρυωτάκη

—της Ελένης Κεχαγιόγλου—

«Ωρισμένως, κάποτε,
όταν μου δοθεί η ευκαιρία,
θα γράψω τις εντυπώσεις
ενός πνιγμένου»

Ο Κώστας Καρυωτάκης από τον Νίκο Καστανάκη Ο Κώστας Καρυωτάκης από τον Νίκο Καστανάκη

Ο Κώστας Καρυωτάκης ήταν αποφασισμένος να πεθάνει — περιπαίζοντας ίσως και τον εαυτό του που, έναν χρόνο νωρίτερα, στο ποίημά του «Ιδανικοί Αυτόχειρες», έγραφε: «“όλα τελείωσαν” ψιθυρίζουν “τώρα”, / πως θ’ αναβάλουν βέβαιοι κατά βάθος»· εκείνος, όμως, όχι — δεν ανέβαλε.Στις 20 Ιουλίου 1928 απέτυχε μεν να δώσει τέλος στη ζωή του διά του πνιγμού, αλλά την επομένη, γύρω στη μία το μεσημέρι, ντυμένος με το γαλλικό κοστούμι του και φορώντας γραβάτα και το ψαθάκι του, εμφανίζεται στο οπλοπωλείο «Αναγνωστοπούλου» και αγοράζει ένα πιστόλι· λίγο αργότερα, επιστρέφει στο κατάστημα, διαμαρτύρεται ότι το πιστόλι δεν λειτουργεί· του εξηγούν ότι δεν είναι προβληματικό — έπρεπε απλώς να απασφαλιστεί… Κατά τις δύο το μεσημέρι πηγαίνει στο καφενεδάκι «Ουράνιος Κήπος» (η ζωή γράφει…

View original post 1,355 more words

Έρχονται τον Σεπτέμβριο απο τις εκδόσεις Ψυχογιός

LovArt's Corner

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ- ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΑΝΘΕΑΚΗ

Καλιφόρνια, δεκαετία του 1930. Η νεαρή Περσεφόνη Λυδάκη, κόρη Ελλήνων μεταναστών, είναι τρελά ερωτευμένη με τον Αντόνιο, γιο του αριστοκράτη αφεντικού της οικογένειάς της, Φερνάντο Λοπέζ. Ο Αντόνιο ισχυρίζεται ότι νιώθει το ίδιο, όμως, η απρόσμενη και απαράδεκτη συμπεριφορά του προς την Περσεφόνη θα βάλει ταφόπλακα στη σχέση τους και θα απομακρύνει την κοπέλα από την οικογένειά της και την πατρίδα της. Στην εξορία της θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη μοναξιά, τα μάταια όνειρά της, αλλά και τα τόσα παράδοξα που της επιφυλάσσει το πεπρωμένο της. Έρμαιο των καταστάσεων, βυθισμένη στον πόνο που προκαλεί η απώλεια αγαπημένων προσώπων, βλέπει τη μία ανατροπή μετά την άλλη να διαφεντεύουν τη ζωή της, κι αυτή ανήμπορη να αντιδράσει μετατρέπεται σε παθητικό θεατή των γεγονότων που σημαδεύουν τις μέρες και τις νύχτες της στην άλλη άκρη του κόσμου, στις Φιλιππίνες, εκεί όπου βρέθηκε άθελά της. Άραγε…

View original post 971 more words

Πόλεμος, η πραγματική κόλαση

Παιδείας Εγκώμιον

Αποτέλεσμα εικόνας για βομβαρδισμοι στη Συρια

Η χαμένη ζωή στη Συρία. Η ενοχή του ιμπεριαλισμού. Η δική μας μακαριότητα…  Η κόλαση είναι εδώ!

Του Νίκου Τσούλια

      Ποιο είναι από τα λίγα πεδία αναφοράς τα οποία δεν μπορεί να προσεγγίσει η σκέψη του ανθρώπου; Τι είναι αυτό που προκαλεί μέσα από μια μαύρη σκιά το μείζον υπαρξιακό ερώτημα; Ποιος είναι ο απόλυτος φόβος όλων των ανθρώπων, όπου γης και όπου χρόνου; Δεν είναι ο θάνατος;

View original post 903 more words

22 Ιούνη 1973 ανεβαίνει μια θεατρική παράσταση που έχει αφήσει ιστορία.

Lefteria

22 Ιούνη το 1973 ανεβαίνει στο θέατρο «Αθήναιον» στην οδό Πατησίων μια θεατρική παράσταση που έχει αφήσει ιστορία.

Τό “Mεγάλο μας τσίρκο”,ανέβηκε μεσούσης της δικτατορίας από τον θίασο Καρέζη – Καζάκου. Τη μουσική και τα τραγούδια της παράστασης έγραψε ο Σταύρος Ξαρχάκος.

View original post 186 more words