Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (απόσπασμα)

IV

Τράβηξαν ολόισια στην αυγὴ με την ακαταδεξιὰ του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ᾿ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο
στον ώμο τους κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Απὸ δω πέρασε ο στρατὸς με τα φλάμπουρα κατάσαρκα
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγουρο γκόρτσι
με τον άμμο του φεγγαριού μες στις αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ᾿ αυτιά τους.

Δέντρο το δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ᾿ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωὴ στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μία οργιὰ ουρανὸ – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δέντρα,
κι όταν χορεύαν στήν πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια και κουδούνιζαν τα γυαλικὰ στα ράφια.

Ά, τί τραγούδι τράνταξε τα κορφοβούνια –
ανάμεσα στα γόνατα τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν το αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα να `σπαγαν μία ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιὸς θα σου φέρει τώρα το ζεστὸ καρβέλι μες στη νύχτα να ταίσεις τα όνειρα;
Ποιὸς θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς παρέα με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματα τους;

Το χώμα τούτο που μοσκοβολούσε τα χαράματα
το χώμα που είτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πὼς μύριζε το χώμα –
και τώρα πὼς κλειδώσανε την πόρτα τους τ᾿ αμπέλια μας
πῶς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δέντρα
ποιὸς να το πει πως βρίσκονται οι μισοὶ κάτου απ᾿ το χώμα
κ᾿ οι άλλοι μισοὶ στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανὸς
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτὸ το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτου απ᾿ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινὶ – περμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται,
περμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δε μπορεί κανεὶς να μας το πάρει.

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

IV

 

They went straight to dawn with the haughty air of the hungry

a star had curdled in their motionless eyes

on their shoulders they carried the injured summer

 

This way the army went with banners glued onto their flesh

with stubbornness bitten by their teeth like an unripe wild pear

with the moon-sand under their heavy boots and with the coal dust of night

glued in their nostrils and their ears.

 

Tree by tree stone by stone they passed the world

with thorns as pillows they spent their sleep

τhey carried life like a river in their parched hands.

 

With every step they won a yard of sky – to give it away

On watch they turned to stone like the conflagrated trees

and when they danced in the plaza ceilings shook inside the houses

and the glassware clinked on the shelves

 

Ah what songs shook the mountain peaks – as they held between their legs

the earthen dish of the moon and had their dinner

and broke the sigh amid their heart pleats like they would break a louse

with their thick nails.

 

Who will now bring you the warm loaf of bread

that you may feed the night with dreams?

Who will stand in the olive tree’s shade to keep the cicadas company

that they won’t go silent now that the whitewash of noon hour paints

all around the horizon a stone wall erasing their great manly names?

 

This soil that was so fragrant at dawn the soil that was theirs and ours –

their blood – how fragrant the soil was –

and now how our vineyards have locked their doors

how the light has thinned on roofs and trees –

who would have said that half of them are under the earth and the other half in jail?

 

With so many leaves the sun greets you good morning and the sky shines

with so many banners and these are in jail and those lie under the earth.

 

Silence that any time now the bells will chime;

This soil is theirs and ours.

 

 

Under the earth in their crossed hands they hold the bell rope – waiting for the hour

they don’t sleep they don’t die, they wait to ring the resurrection.

This soil is theirs and ours – no one can take it from us

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

ΟΗΕ-ΝΕΑ ΤΑΞΗ: ΠΩΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΣΕ ΠΡΟΒΑΤΑ/ΔΟΥΛΟΥΣ

News of the Greek Diaspora

Προσωπική ανάλυση της Σουλτάνας Χειλαδάκη

Εδώ και αρκετά χρόνια τα Ηνωμένα Έθνη σχεδιάζουν μια νέα «παγκόσμια ατζέντα» για την ανθρωπότητα λειτουργώντας ως το γραφείο διοίκησης για τον αυτοδιορισμένο, αυτοκρατορικό Εωσφόρο, δηλαδή τους παγκόσμιους ηγέτες Ιλουμινάτι…

View original post 1,776 more words

Sergio Bologna: Οι μαχητές των δρόμων: Το Κομμουνιστικό κόμμα Γερμανίας απέναντι στους Ναζί

* Οι υπογραμμίσεις με μαύρα γράμματα είναι δικές μας.
Τα χρόνια τον ακήρυχτου εμφυλίου
 
 Θα ήθελα, τώρα, να θίξω ένα πρόβλημα που έχει απα­σχολήσει πολλές φορές τους ιστορικούς και συμπυ­κνώνεται στο εξής ερώτημα: γιατί η γερμανική εργατι­κή τάξη δεν εξεγέρθηκε (με οδοφράγματα, γενικές α­περγίες, καταλήψεις εργοστασίων, σιδηροδρομικών σταθμών κλπ) εναντίον του Χίτλερ το 1933; Γιατί δεν όρθωσε μια αξιοπρεπή αντίσταση την προγενέστερη περίοδο; Η αλήθεια είναι πως το ερώτημα αυτό ανή­κει σ’ ένα ρεπερτόριο ψευδών προβληματισμών. Προ­βληματισμών που κατασκευάστηκαν από μια συγκε­κριμένη μερίδα ιστορικών πάνω στην προσπάθειά τους να αποκρυψουν μια σημαντική αλήθεια. Το ότι έ­να τμήμα του γερμανικού προλεταριάτου -ειδικά στα μεγάλα αστικά και βιομηχανικά κέντρα- οργανωμένο εν μέρει από το Κ. Κ. αλλά και έχοντας δημιουργήσει αυτόνομες μορφές αυτοάμυνας, επιχείρησε με κάθε μέσο να αντισταθεί στους Ναζί κατά τα τελευταία χρό­νια της Βαϊμάρης. Μια απόπειρα που έλαβε χώρα την ίδια περίοδο που οι ομάδες κρούσης του Χίτλερ…

View original post 3,850 more words

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Πρώτη εκτέλεση

Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου

Μουσική:Μίκης Θεοδωράκης
Ποίηση:Νίκος Γκάτσος
Πρώτη εκτέλεση:Γιοβάννα
Δεύτερη εκτέλεση:Μαίρη Λίντα
Κύκλος τραγουδιών:Μυθιστόρημα (1968)

Στην αγκαλιά μου κι απόψε σαν άστρο κοιμήσου
δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά
τώρα που η νύχτα κεντά με φιλιά το κορμί σου
μέτρα τον πόνο κι άσε με μόνο στην ερημιά

Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου
σε περιμένω να ’ρθεις
μ’ ένα τραγούδι του δρόμου να ’ρθεις, όνειρό μου
το καλοκαίρι που λάμπει τ’ αστέρι με φως να ντυθείς

Δεύτερη εκτέλεση

Η μουσική γράφτηκε τον Νοέμβριο του 1958 από τον Μίκη Θεοδωράκη, στο Παρίσι, για την ταινία του Μάικλ Πάουελ «Μήνας του μέλιτος» (Honeymoon) και έγινε γνωστή ως τραγούδι, στην Ελλάδα, με όνομα «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου», σε στίχους του Βασίλη Καρδή –ψευδώνυμο του Νίκου Γκάτσου– και πρώτη ερμηνεύτρια τη Γιοβάννα.

Διεθνώς ακούστηκε ως «Honeymoon song», σε στίχους του Γουίλιαμ Σάνσομ και πρωτοπόρο…

View original post 47 more words