Yannis Ritsos-Romiosini/translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Απόσπασμα)

VI

Έτσι με τον ήλιο κατάστηθα στο πέλαγο που ασβεστώνει την αντικρυνὴ πλαγιὰ της μέρας
λογαριάζεται διπλὰ και τρίδιπλα το μαντάλωμα και το βάσανο της δίψας
λογαριάζεται απ᾿ την αρχὴ η παλιὰ λαβωματιὰ
κ᾿ η καρδιὰ ξεροψήνεται στην κάψα σαν τα βατικιώτικα κρεμμύδια μπρος στις πόρτες.

Ὅσο πᾶνε τὰ χέρια τους μοιάζουνε πιότερο το χώμα
όσο πάνε τα μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τον ουρανό.

Άδειασε το κιούπι με το λάδι. Λίγη μούργα στον πάτο. Κι ο ψόφιος ποντικός.
Άδειασε το κουράγιο της μάνας μαζὶ με το πήλινο κανάτι και τη στέρνα.
Στυφίζουν τα ούλα της ερμιάς απ᾿ το μπαρούτι.

Πού λάδι τώρα πια για το καντήλι της Αγιὰ-Βαρβάρας
πού δυόσμος πια να λιβανίσει το μαλαματένιο κόνισμα του δειλινού
πού μία μπουκιὰ ψωμὶ για τη βραδιά-ζητιάνα να σου παίξει την αστρομαντινάδα της στη λύρα.

Στο πάνου κάστρο του νησιού στοιχειώσαν οι φραγκοσυκιὲς και τα σπερδούκλια.
Το χώμα ανασκαμμένο απὸ το κανονίδι και τους τάφους.
Το γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο με ουρανό. Δεν έχει πια καθόλου τόπο
για άλλους νεκρούς. Δεν έχει τόπο η λύπη να σταθεί να πλέξει τα μαλλιά της.

Σπίτια καμένα που αγναντεύουν με βγαλμένα μάτια το μαρμαρωμένο πέλαγο
κ᾿ οι σφαίρες σφηνωμένες στα τειχιὰ
σαν τα μαχαίρια στα παίδια του Αγίου που τον δέσανε στο κυπαρίσσι.

Όλη τη μέρα οι σκοτωμένοι λιάζονται ανάσκελα στον ήλιο.
Και μόνο σα βραδιάζει οι στρατιώτες σέρνονται με την κοιλιὰ στις καπνισμένες πέτρες
ψάχνουν με τα ρουθούνια τον αγέρα έξω απ᾿ το θάνατο
ψάχνουνε τα παπούτσια του φεγγαριού μασουλώντας ένα κομμάτι μεντζεσόλα
χτυπάν με τη γροθιὰ το βράχο μήπως τρέξει ο κόμπος του νερού
μα απ᾿ την άλλη μεριὰ ο τοίχος είναι κούφιος
και ξανακούν το χτύπημα με τους πολλοὺς γύρους που κάνει η οβίδα πέφτοντας στη θάλασσα
κι ακούν ακόμα μία φορὰ το σκούξιμο των λαβωμένων μπρος στην πύλη.
Πού να τραβήξεις; Σε φωνάζει ο αδερφός σου.

Χτισμένη η νύχτα ολόγυρα απ᾿ τους ίσκιους ξένων καραβιών.
Κλεισμένοι οι δρόμοι απ᾿ τα ντουβάρια.
Μόνο για τα ψηλὰ είναι ακόμα δρόμος.
Κι αυτοὶ μουντζώνουν τα καράβια και δαγκώνουνε τη γλώσσα τους
ν᾿ ακούσουνε τον πόνο τους που δεν έγινε κόκαλο.

Απάνω στα μεντένια οι σκοτωμένοι καπετάνιοι ορθοὶ φρουρούν το κάστρο.
Κάτου απ᾿ τα ρούχα τους λυώνουν τα κρέατα τους. Έϊ, αδέρφι, δεν απόστασες;
Μπουμπούκιασε το βόλι μέσα στὴν καρδιά σου
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στη μασκάλη του ξερόβραχου,
ανάσα-ανάσα η μοσκοβόλια λέει το παραμύθι – δε θυμάσαι;
δοντιὰ-δοντιὰ η λαβωματιά σου λέει τη ζωή,
το χαμομήλι φυτρωμένο μες στη λίγδα του νυχιού σου στο μεγάλο δάχτυλο του ποδαριού
σου λέει την ομορφιὰ του κόσμου.

Πιάνεις το χέρι. Είναι δικό σου. Νοτισμένο απ᾿ την αρμύρα.
Δικιά σου η θάλασσα. Σαν ξερριζώνεις τρίχα απ᾿ το κεφάλι της σιωπής
στάζει πικρὸ το γάλα της συκιάς. Όπου και να `σαι ο ουρανὸς σε βλέπει.
Στρίβει στα δάχτυλα του ο αποσπερίτης την ψυχή σου σαν τσιγάρο
έτσι να τη φουμάρεις την ψυχή σου ανάσκελα
βρέχοντας το ζερβί σου χέρι μες στην ξαστεριὰ
και στο δεξί σου κολλημένο το ντουφέκι-αρραβωνιαστικιά σου
να θυμηθείς πως ο ουρανὸς ποτέ του δε σε ξέχασε
όταν θα βγάζεις απ᾿ τη μέσα τσέπη το παλιό του γράμμα
και ξεδιπλώνοντας με δάχτυλα καμένα το φεγγάρι θα διαβάζεις λεβεντιὰ και δόξα.

Ύστερα θ᾿ ανεβείς στο ψηλὸ καραούλι του νησιού σου
και βάζοντας καψούλι το άστρο θα τραβήξεις μία στον αέρα
πάνου απὸ τα τειχιὰ και τα κατάρτια
πάνου απὸ τα βουνὰ που σκύβουν σα φαντάροι πληγωμένοι
έτσι μόνο και μόνο να χουγιάξεις τα στοιχειὰ και να τρυπώσουν στην κουβέρτα του ίσκιου –
θα ρίξεις μίαν ίσα στον κόρφο τ᾿ ουρανού να βρεις το γαλανὸ σημάδι
σάμπως να βρίσκεις πάνου απ᾿ το πουκάμισο τη ρώγα της γυναίκας που αύριο θα βυζαίνει το παιδί σου
σάμπως να βρίσκεις ύστερ᾿ απὸ χρόνια το χερούλι της εξώπορτας του πατρικού σπιτιού σου.

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

VI

 

 

Thus with the sun in the heart of pelagos whitewashing the opposite pleat of day

the latching and the anguish of thirst are counted twice or three times

the old wound is counted over again and the heart is slow roasting

in the heat like an onion from Kythera left by the doors.

 

More and more their hands resemble the soil

more and more their eyes resemble sky.

 

The oil storage jar is empty; just a bit of bottom dregs and the dead mouse.

The mother’s courage emptied along with the earthen jar and the cistern.

The gums of solitude harden from the gunpowder.

 

There is no oil for the candle of Saint Barbara

there is no mint for incensing the golden icon of twilight

there is no bite of bread for the beggar evening to play her star-song on the lyre.

 

In the upper castle of the island the cactus pears and the asphodels become ghosts.

The soil dug up by the cannonballs and the graves

The demolished government building gapes patched

with sky. There is no place anymore

for more dead There is no place for sorrow to stay and braid her hair.

 

Burnt up houses with empty sockets gaze on the petrified pelagos

and bullets wedged in the walls like knives in the ribs of the saint tied to the cypress.

 

All day long the dead sunbathe on their backs and only when evening comes

the soldiers crawl on their bellies over the smoky rocks sniffing with their nostrils

the air beyond death, they search the moon’s shoes chewing slowly a piece of sole

they strike the rock with their fists perhaps some water may spring out

but the wall is hollow on the other side and they hear again the sound of the bombshell

swirling and falling in the sea and once more they hear the scream of wounded

in front of the gate. Where can you go? Your brother is calling you.

 

The night is built around the shadows of foreign ships

The roads are closed by walls

There is only one road to the mountain peaks

And they make an insulting gesture to the ships biting their tongues

to hear their pain that hadn’t as yet turned into bone

 

On top of the terraces the dead captains stand and guard the castle

their flesh melts under their garments. Ai brother didn’t you get tired?

The bullet sprouted up a bud in your heart five hyacinths poked

through the armpit of dry rock breath by breath the fragrance talks

of the fairy tale – don’t you remember? –

Bite after bite the wound talks to you of life the chamomile germinating

in the dirt of your big toe’s nail talks to you of the earth’s beauty.

 

You grab the hand. It is yours, dampened by salinity.

The sea is yours. Once you uproot a hair from the head of silence

the fig tree’s milk drips bitter. No matter where you are

the sky looks at you. The evening star rolls your soul in his fingers

like a cigarette so that you may smoke your soul like that lying on your back

wetting your left arm in the starry sky and your right glued to your rifle –

fiancé to remember that sky never forgets you when you take from your inside

pocket the old letter and unfolding the moon with burnt up fingers

you’ll read of manliness and glory.

 

Then you’ll climb up the highest guard post of your island and lighting a star

as a percussion cup you’ll fire one round in the air over the walls and masts

over the mountains that stoop like wounded soldiers

so that you scare the sprites and they run to hide in sleep’s blanket –

you’ll fire one round straight to the sky’s bosom

to find the azure mark as if trying to find over the blouse the nipple of the woman

who will breast feed your child tomorrow

as if trying to find after many years the knob on the gate of your paternal home.

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s