Ήταν έτοιμος κάτι να πει τότε που κοίταξε πίσω

απ’ τους ώμους μας κι αφού συμφώνησε

με `κείνους που στεκόταν στην άκρη του πλήθους

άφησε κάτι ανείπωτο, σαν να ξέχασε τους στίχους

ενός τραγουδιού που από μικρά παιδιά αγαπούσαμε

λόγια αρχαίων τραγωδών και θείων με μουστάκια

κατάμαυρα κι αγκυλωτά και να σκεφτείς για το καθήκον

αμαρτία και να ονειρευτείς παράδεισο ήτανε έγκλημα.


Μόλις που είμαστε έτοιμοι ένα νέο σκοπό να μάθουμε

παρ’ όλο που επίμονα κρυβόταν μες στις σκέψεις μας,

ίσα για μην ειπωθεί ποτέ, η πόρτα τότε άνοιξε και γρήγορα

ο άλλος βγήκε στην αυλή με χέρια κρεμασμένα,

μάτια σε κείνον καρφωμένα, χείλη πεισματικά σφιχτά

σαν θυμωμένα, κι η πεταλούδα ελαφρά πέταξε πάνω

απ’ το δοξασμένο του κεφάλι κι εσχημάτισε έν’ άγιο



~ Μου αρέσουν όποιοι δίνουν δίκιο σ’ ό,τι πρόκειται

να έλθει και αθωώνουν ό,τι έχει παρέλθει επειδή θέλουν

να καταστραφεί μαζί με το παρόν.




He was ready to say something when He looked behind

our shoulders and agreed with those who stood

at the edge of the crowd. He left something unsaid, as

though the lyrics of the song that from young age we had

so much loved, words of ancient dramatists and of uncles

with jet black curled moustaches and to think of duty

was a sin, murder to dream of paradise.


We’re ready to learn another song though

it insisted to remain in our thoughts, as if not to be

ever sung, the door opened and the other, the deranged one

with loose arms, run to the courtyard, eyes fixated on Him,

lips tightly kept as though angry, and the butterfly insisted

to fly over His glorious head creating a perfect halo.


~ I like those who give right to the future and sanctify

everything passed because they want it to die with

the present.



~ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ//UBERMENSCH, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013