Το πατρικό μου//family home

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ

 

Πήγα στο πατρικό μου και προσκύνησα

εκεί που κάποτε υπήρξα

βρέφος νιογέννητο

στην αγκαλιά της άγια μάνας

 

τέσσερις τοίχους είδα που καθόριζαν

το μέγεθος του λίγου χώρου

μέσα στ’ απέραντο, εκεί που άφησα

το πρώτο βρέφους κλάμα

ακόμα ολοφάνερα σχεδιασμένο

σε δυο μεγάλες πέτρες δυτικά

εκεί απ’ όπου κούρσευε ο γαρμπής

σημάδια ανεξίτηλα στην πέτρα

κι ήταν θαμπό εκεί στη σκοτεινιά

πρώτη φορά το φως που αντίκρυσα

 

κι είπα

 

σκληρός ο χρόνος μες στο άχρονο.

 

Πήγα στο πατρικό μου και προσκύνησα

το χώρο που τα πρώτα βάδισα βήματα

μοναχικό και σφαλισμένο παραθύρι,

πόρτα πεσμένη στ’ανατολικά

σαν θα `θελε διάπλατα το δρόμο

να μου δείξει μια μέρα που θ’ ακολουθούσα

 

κι είπα

 

απλός θεέ μου που `ναι ο κόσμος

απλή θεέ μου που `ναι η ζωή

 

κι είπα

 

απτός θεέ μου που ` ναι ο μονόδρομος

προς την απτή μεγαλωσύνη.

 

 

 

 

 

 

 

PILGRIMAGE

 

I went to my family home

a pilgrimage

to the place I once existed

a baby

in the arms of saintly mother

 

I found four walls defining

the length and width

of the small space

in the embrace of the infinite

my first cry I discovered

between two rocks to the west

where the wind incised

inerasable marks and

in the vague darkness of the corner

where my crib sat

 

and I said

 

time is rough

in the embrace of timelessness

 

I went to my family home

a pilgrimage

to the space where I took

my first steps

a baby

the lone window to the north

tightly shut

the lone door leaned to the east

as if wishing to open towards

the path I was meant to follow

 

and I said

 

oh god, so simple is the world

so simple is life

 

and I said

 

clearly defined is  the path,

oh god, to greatness