Neohellene Poets-An Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

Neo-Hellene Poets_Feb8

ΜΙΛΩ

 

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
για τα κουρέλια απὸ τα γιορτινά μας φορέματα
για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχὴ
για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια σους δρόμους
τους μαστρωποὺς ποιητὲς που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φώς λιγοστεύει τα ξημερώματα
για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμοὺς στις υγρὲς πλάκες
για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολὺ μιλώ για τους ψαράδες
π᾿ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
κι όταν Αυτὸς κουράστηκε αυτοὶ δεν ξαποστάσαν
κι όταν Αὐτὸς τους πρόδωσε αυτοὶ δεν αρνηθήκαν
κι όταν Αυτὸς δοξάστηκε αυτοὶ στρέψαν τα μάτια
κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π᾿ άκρη δεν έχει
χωρὶς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερὴ ερημία του πλήθους.

 

 

 

I SPEAK

 

 

I speak of the last trumpeting of the defeated soldiers

of the last rags from our festive garments

of our children who sell cigarettes to the passers-by
I speak of the flowers that wilted on the graves and

rot in the rain

of the houses gaping with no windows like toothless

skulls

of girls begging and showing the scars of their breasts

I speak of the shoeless mothers who crawl among the ruins

of the conflagrated cities, the corpses piled in

the streets

the pimps poets who shiver by the front steps

during the night

I speak of the endless nights when the light is dimmed

at dawn

of the loaded trucks and the footsteps on the wet

cobblestones

I speak of the prison yard and of the tear of the moribund

 

but I speak more of the fishermen

who abandoned their nets and followed his steps

and when he got tired they didn’t rest

and when he betrayed them they didn’t reject him

and when he was glorified they turned their eyes the other way

and their comrades spat at them and crucified them

and serene, they took the road that had no end

and their glance didn’t ever darken nor bowed down

standing and lonely amid the horrible loneliness of the crowd

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s