Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Yannis Ritsos_cover4




Τότε το μόνο που σου θύμιζε πως είσαι ζωντανός
ήταν ο ιδρώς στο μέτωπό σου που μούσκευε το μαξιλάρι
και προπάντων ο ιδρώς στο λαιμό σου
μ’ αυτήν την ταπεινωτικήν ενόχληση και την επίγνωση
για τη μικρότητα αυτής της ενόχλησης που επεκτεινόταν
σε μιαν απέραντη, διεισδυτική δυσφορία ώς τις ρίζες του κόσμου
που πάνω της επέπλεαν μονάχα οι μύγες,
κάτι μεγάλες, μαύρες μύγες, βουερές κι αναίσχυντες.

Ίσως γι’ αυτό οι δικοί μας ξενιτεύτηκαν,
κατέβηκαν στα παράλια, ετοίμασαν καράβια,
έκαναν εκστρατείες και ναυμαχίες, λέει,
μόχθησαν κι ίδρωσαν αλλιώς, ίσως μονάχα
για να ξεπλύνουν τον ιδρώτα του βουνού μέσα στη θάλασσα,
να ξεπλυθούν, να πνιγούν μες στο νερό, να γλιτώσουν
από τούτον τον κάθετο βράχο· — δεν ξέρω
να ορίσω το τί και το πώς — όλα μπλέκονται:
εκείνες οι ζεστές, στυφές μυρουδιές της φτέρης, του σκίνου,
της πέτρας, της μούχλας, του ασβέστη, στα φλογερά μεσημέρια,
ο ιδρώτας, τα τζιτζίκια, το βουνό, τα καράβια,
οι σκοτωμένοι στη στεριά κι οι πνιγμένοι
όταν τους ξέβραζε η θάλασσα σ’ ένα στρωτό ακρογιάλι
μια νύχτα, μ’ ένα κίτρινο φεγγάρι καρφωμένο σ’ ένα ακόντιο,
κι ούτε είχαν μια λαβωματιά οι πνιγμένοι στο σώμα τους —
πώς πέθαναν λοιπόν; — ποτέ μου δεν είδα πνιγμένους.
και τ’ ασημένιο φάσμα μιας σφαγμένης κόρης
να κυματίζει ανάερο πάνω απ’ τους πνιγμένους
μ’ ένα μακρύ κρίνο στα χέρια, — άχραντη, απείραχτη
απ’ τον ιδρώτα κι απ’ τους άσημους, τους τρωκτικούς δικούς μας πόνους.


The only thing reminding you that you were alive

during those times was the sweat on your brow

that moistened the pillow, especially the sweat

on your neck with that humbling burden and

knowledge of this insignificant burden that changed

into an immense, piercing  uncomfortableness

up to the roots of this world onto which only

the flies floated , some big, black, noisy and

shameless flies.


Perhaps our relatives emigrated for this reason;

they went down to the shore, they built ships,

they went to war expeditions and navy battles,

they said, they also struggled in a different way,

perhaps to cleanse the sweat of the mountain

in the sea, to cleanse themselves, to drown in

the water, to save themselves from this vertical

rock — I don’t know how to define what as

they all get mixed up: those hot, acrid smell

of fern, bulrush, stone, mold, whitewash, during

the conflagrated noon hours, the sweat, the cicadas,

the mountain, the ships, the people killed on land,

drowned in the sea  that washed them out on

the smooth shore one night, under the yellow

moon pierced by a spear; and the killed had

no wound on their bodies — how did they die?

I have never seen any drowned people; and

the silver ghost of a slaughtered girl, who flutters

in the air over the drowned, holding a lily

in her hand, immaculate girl, untouched by

the sweat and our insignificant, ratty pains.


Translated by Manolis Aligizakis//Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη,






Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s