Yannis Ritsos-Poems, selected books, volume II//translated by Manolis Aligizakis

Yannis Ritsos_cover4

PHILOCTETES II POSTING

Μαζί με τη δική μας την τροφή ετοιμάζανε
και την τροφή των νεκρών. Την ώρα του γεύματος
έπαιρναν πάνω απ’ το τραπέζι υδρίες με μέλι και με λάδι
και τις μετέφεραν σ’ άγνωστους τάφους. Δεν ξεχωρίζαμε
τους αμφορείς του κρασιού απ’ τις νεκρικές ληκύθους. Δε γνωρίζαμε
ποιό το δικό μας και ποιό των νεκρών. Ένας χτύπος
του κουταλιού μες στο πιάτο, ήταν ένα άξαφνο δάχτυλο
επιτιμητικό, που μας χτυπούσε στον ώμο. Στρέφαμε να δούμε. Τίποτα.

Απέξω απ’ τις κρεβατοκάμαρές μας τύμπανα και σάλπιγγες,
κόκκινες σπίθες και μουγγές σφυριές σε μυστικά σιδηρουργεία
όπου νυχτοήμερα σφυρηλατούσαν ασπίδες κι ακόντια,
κι άλλες σφυριές σε υπόγεια εργαστήρια
για προτομές κι ανδριάντες πολεμικών θεών, πολεμικών ανθρώπων, κι όχι διόλου
αθλητών και ποιητών· μαζί κι εκατοντάδες επιτύμβιες στήλες
με ωραίους, γυμνούς εφήβους, πάντοτε όρθιους,
μεταμφιέζοντας, με την κάθετη στάση τους,
το αιώνια οριζόντιο της νεκρότητας. Μονάχα, πότε πότε,
έγερναν το κεφάλι, καμπυλώνοντας ελαφρά τον αυχένα,
σαν άνθος σε χείλος γκρεμού· κι ο γκρεμός δε φαινόταν· — οι τεχνίτες
είχαν μάθει (ή μήπως τάχα τους το επέβαλλαν;)
να παραλείπουν γκρεμούς και κάτι τέτοια.

They prepared our food along with the food of the dead.

At mealtime they took jugs of honey and oil

of the table and carried them to unknown tombs.

We couldn’t distinguish between wine amphorae and

funereal lecythus; we couldn’t distinguish between

what was ours and what belonged to the dead. The tap

of a spoon on the plate turned into the unexpected finger

that tapped our shoulder in rebuke. We turned to look.

Nothing.

 

Drums and horns outside our bedroom windows;

red sparks and silenced hammering in hidden smithies

where shields and spears were forged night and day,

and other hammering in basement studios

for busts and statues of men and gods at war, and never

of poets or athletes;

and also hundreds of tombstones with handsome,

naked ephebes

always standing erect, disguising, the everlasting horizontal

of death with their vertical pose. Only, sometimes,

they’d lean their heads and gently arched their necks

like flowers at the edge of the precipice, though the crevasse

wasn’t visible — the artists had learned (or perhaps they

were compelled) to leave out the crevasse and other

similar things.

 

‘YANNIS RITSOS: POEMS’ Selected Books Vol II – Translated by Manolis Aligizakis

 

 

 

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

4416107

ΕΚΤΟΣ ΒΟΛΗΣ

 

Και κάθε φορά που με ταπεινώνουν, νιώθω μιαν ανείπωτη

αγαλλίαση που τους ξεγέλασα — γιατί εγώ είμαι καλά προφυ-

λαγμένος στο πατρικό σπίτι, πίσω απ’ τον κομό, εκεί που κρυβό-

μαστε για να κλάψουμε

χωρίς ποτέ να μάθουμε γιατί κλαίμε.

 

OUT OF SCOPE

 

And every time they humble me I feel such an indescribable

joy that I’ve fooled them, since I’m well protected in the family

home, behind the side table where we hide when we cry

without ever discovering why we cry.

 

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

 

www.manolisaligizakis.com

Two Romans Speak of Mothers

SENTENTIAE ANTIQUAE

Sidonius, Letters 4.21

“The first place in explaining someone’s heritage is usually given to the father’s line, but we still owe much to our mothers. So it is not right that we give some smaller honor to the fact that we were our mothers’ burdens than that we were our father’s seeds.”

Est quidem princeps in genere monstrando partis paternae praerogativa, sed tamen multum est,quod debemus et matribus. non enim a nobis aliquid exilius fas honorari quod pondera illarum quam quod istorum semina sumus.

Image result for Ancient Roman MothersVergil, Aeneid 2.796-798

“And here, I was shocked to find an overwhelming
Flood of new companions, mothers and men,
A band assembled for exile, a pitiable crowd.”

“Atque hic ingentem comitum adfluxisse novorum
invenio admirans numerum, matresque virosque,
collectam exsilio pubem, miserabile vulgus.

View original post