Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Yannis Ritsos_cover4


Κι ίσως να μελετούσες μες στη μόνωσή σου μιαν εκδίκηση,
μιαν αναγνώριση δική σου ή, τουλάχιστον, την αναγνώριση
της σημασίας των όπλων σου. Και, ιδού που δικαιώθηκες· —
δε θέλω να κρυφτώ —γι’ αυτά έχω έλθει, όπως το μάντεψες—
αυτά θα δώσουν επιτέλους τη νίκη στους Έλληνες,
(ρητός ο χρησμός:) αυτά, με το δικό μου χέρι.

Όμως εγώ, ήρθα πρώτα για σένα. Κι ούτε θα τα δεχόμουν τα όπλα σου
σαν αντάλλαγμα της αναγνώρισής μου ή σαν αντάλλαγμα
στη σωτηρία που σου προσφέρω: να σε πάρω μαζί μου στα καράβια μου
μ’ όλες τις αθεράπευτες πληγές σου, μ’ όλη σου τη μοναχικότητα — ποιά σωτηρία;
Πολύ τα συνηθίζουν τώρα κάτι τέτοια λόγια —τα μάθαμε·—
τί να πούμε; — δεν προφταίνει κανένας να δει και να μιλήσει.

Λαμπαδηδρόμοι τρέχουν μες στη νύχτα. Οι πυρσοί χρυσώνουν τους δρόμους.
Για μια στιγμή τ’ αγάλματα των θεών φωτίζονται πάλλευκα
σαν πόρτες ανοιχτές σε τείχη θεόρατα. Ύστερα
πέφτει η σκιά των πέτρινων χεριών τους σκεπάζοντας το δρόμο.
Κανένας πια δεν ξεχωρίζει τίποτα. Είδα ένα βράδυ
αλλόφρονα πλήθη να σηκώνουνε κάποιον στους ώμους τους
επευφημώντας τον. Μια δάδα έπεσε πάνω του.
Πήραν φωτιά τα μαλλιά του. Αυτός δε φώναξε.
Ήταν απ’ ώρα νεκρός. Τα πλήθη σκόρπισαν. Απόμεινε
το βράδυ καταμόναχο, δαφνοστεφές, με τα χρυσά φύλλα των άστρων.

You thought of revenge, perhaps, in your isolation,

of your recognition or at least for the significance

             of your arms.

Yet, now, you have been vindicated — I won’t hide it —

I’ve come for these, as you have guessed; these

will finally bring victory to the Hellenes

(on this the oracle is clear) your arms, in my hands.


But above all I’ve come for you. I wouldn’t accept

your arms so that I’d be recognized or as a reward

for the deliverance I’m offering you: to take you along

to my ships with your incurable wounds and your loneliness;

and what deliverance? Such words are fashionable these days.

We’ve learned them — what more can we say?

No one has the time to see nor to speak.

Torchbearers run in the night; the torches turn the streets


For a moment the statues of the gods turn white, open

light-flooded doors in gigantic walls. Then the shadow

of their stony hands falls and darkens the road.

No one can distinguish one thing from another. One night

I witnessed a delirious crowd who raised a man

on their shoulders and exulted him. A torch fell on him.

His hair caught fire. Yet he didn’t yell.

He was already dead. The crowd dispersed. The evening

was left in solitude, crowned by the golden leaves of the stars.