Yannis Ritsos-Philoctetes//translated by Manolis Aligizakis

Yannis Ritsos_cover4



Έτσι μεγάλος ήταν κι ο ίσκιος του πατέρα· σκίαζε ολόκληρο το σπίτι,
έκλεινε πόρτες και παράθυρα από πάνω ώς κάτω,
και κάποτε θαρρούσα πως για να δω τη μέρα
θα ’πρεπε να περάσω το κεφάλι μου κάτω απ’ τα σκέλη του· —
αυτό με τρόμαζε ιδιαίτερα — τ’ άγγιγμα των μηρών του στον αυχένα μου. Προτιμούσα
να μένω μες στο σπίτι, στο αγαθό μισόφωτο των δωματίων,
ανάμεσα στα υπάκουα έπιπλα, με την πειθήνια αφή των παραπετασμάτων,
κι άλλοτε μες στην έρημη αίθουσα των αγαλμάτων, — αγαπούσα τους κούρους.

Κει μέσα βασίλευε δροσιά και σιωπή, την ώρα που έξω
στους ελαιώνες και στ’ αμπέλια, φρενιάζαν τα τζιτζίκια
μες στο καυτό, μαλαματένιο μεσημέρι. Στο δάπεδο
διασταυρώνονταν πράες, συμφωνημένες, οι σκιές των αγαλμάτων
σχηματίζοντας διάφανους, γαλάζιους ρόμβους· και κάποτε
ένα μικρό ποντίκι, ξεθαρρεμένο από την ησυχία,
περνούσε αργά πάνω στα πόδια των κούρων, σταματούσε,
παρατηρούσε με δυο σταγόνες λάδι, όλο υποψία, τα στενόμακρα παράθυρα
στυλώνοντας το οξύ του ρύγχος, σα μαλακό βέλος, προς το απόλυτο,
εξ ονόματος όλων των μαρμαρωμένων — ο μικρός συνεταίρος τους.

Such great was the shadow of father; it darkened the whole

house; it shut the doors and the windows from top to bottom

and sometimes I felt as if I had to pass my head under father’s

legs to be able to see the light; that scared me the most:

the sensation of his thighs on my neck; I preferred

to stay inside in the innocent dim light of the rooms

with the docile furniture, with the loyal touch

of the curtains and other times in the deserted hall

of the statues — I loved the kouroi.


Freshness and silence reigned in there while outside

in the olive groves and the grapevines the cicadas

sang during the conflagrated golden noon.

The calm shadows of the statues were crisscrossing

each other on the floor creating diaphanous, light-blue

rhombus and sometimes, a small mouse, daring

in the quietness, would pass stepping on the feet

of the kouroi; it’d stop, observe with its two oil-drop eyes,

full of suspicion, the narrow-long windows, fixating

its pointing snout, like  a soft arrow, to the immenseness,

on behalf of all the stone-dead — as if it was

their young partner.


Κλήδονας: Ένα από τα έθιμα που αναβιώνει στον Πειραιά


Του Στέφανου Μίλεση

Η γιορτή του Άϊγιάννη του Προδρόμου είναι από τις λίγες που τα πανάρχαια έθιμά της διατηρούνται σε μεγάλο βαθμό ακόμη και σήμερα στις πόλεις. Το απόγευμα της παραμονής του Αϊγιαννιού λαμβάνουν χώρα δύο έθιμα απόλυτα ταυτισμένα με την συγκεκριμένη ημέρα.

View original post 744 more words

Modestly Correcting Ovid


Ford Madox Ford, Some Do Not (Chapter 7):

The girl said suddenly; they had run into a clearing of the deep underwoods:

‘I’m not stuffy with you over that Latin, though you were unnecessarily rude. And I’m not sleepy. I’m loving it all.’

He hesitated for a minute. It was a silly-girl thing to say. She didn’t usually say silly-girl things. He ought to snub her for her own sake…

He said:

‘I’m rather loving it, too!’ She was looking at him; her nose had disappeared from the silhouette. He hadn’t been able to help it; the moon had been just above her head; unknown stars all round her; the night was warm. Besides, a really manly man may condescend at times! He rather owes it to himself…

She said:

‘That was nice of you! You might have hinted that the rotten drive was taking you away from your so…

View original post 315 more words