Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II

Yannis Ritsos_cover4

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ//PHILOCTETES

by Yannis Ritsos/Translated by Manolis Aligizakis

 

Στο πρόσωπό της, ο ίσκιος του σκοινιού διακρίνονταν αδιόρατα,
καθώς, μόλις ακούγονταν οι κυνηγοί κάτω στο δρόμο,
διόρθωνε την έκφρασή της, διώχνοντας με το χέρι της
έναν κατάμαυρο βόστρυχο που της έπεφτε τάχα στα μάτια· —
τον ίσκιο εκείνου του σκοινιού παραμέριζε· — αργότερα το μάθαμε,
όταν ακούγονταν πάνω απ’ τη λίμνη το τελευταίο κέρας, μέσα στο λυκόφως,
όταν έπεφτε λίγος σουβάς απ’ την πρόσοψη του σπιτιού εντελώς αθόρυβα
κι άχνιζε ολόκληρος ο κάμπος ρόδινος και χρυσός με τα γαλάζια φάσματα των δέντρων,
και τα σκυλιά, παρότι κουρασμένα, με τις γλώσσες τους έξω,
ελαφροπάταγαν σα ν’ ανηφόριζαν στον ουρανό, μέσα σ’ έκσταση.

Σε λίγο, γέμιζε η εσπέρα από στιλπνές, πολύχρωμες φτερούγες
σκοτωμένων πουλιών, εκεί στο πέτρινο υπαίθριο τραπέζι,
με τις πιατέλες γεμάτες μαβιά, κεχριμπαρένια, κόκκινα σταφύλια
και δροσερό νερό του πηγαδιού. Κι η μητέρα χαμογελούσε περίλυπη:
«Είδες που μου ήθελες να ’σαι πουλί;» μου έλεγε,
κι έδινε εντολή στις υπηρέτριες να μαδήσουν τα πουλιά για το δείπνο
στην πίσω αυλή, εκεί που κιόλας η σκιά του βουνού
έπεφτε σα λιωμένο, σπιθοβόλο σίδερο, και τα πελώρια κυπαρίσσια,
αυστηρά, σκοτεινά και φιλέρημα,
έπαιρναν μια βουβή, ανεξήγητη πρωτοβουλία.

The mark of the rope was vaguely seen on her face

as when the hunters were heard on the road

she would correct her expression, pushing aside

a ringlet of her hair as if falling over her eyes;

she was pushing aside the mark of that rope,

we found out of it later, when, at twilight, the last horn

was heard from the far end of the lake, when

a piece of the house stucco fell off noiselessly

and the open plain was steaming, golden and rosy,

from the light-blue hues of the trees, and the dogs,

although tired, tongues hanging out, would

trod lightly as if climbing to heaven in ecstasy.

 

Soon the evening was filled with shiny colorful wings

of dead birds, laid there on top of the outdoor table

with the platers full of purple, golden, red grapes

and fresh water from the well. Mother would smile

joylessly; and you wanted to be a bird she’d say to me

and she would instruct the servant girls to prepare

the birds for the dinner in the backyard, where

the shadow of the mountain was already falling

as if melted and resembling fiery sparkly iron, and

the gigantic cypresses, austere, dark and all alone,

took their silent inexplicable initiative.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s