Yannis Ritsos-Poems, Selected books Volume II

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ//PHILOCTETES

by Yannis Ritsos/Translated by Manolis Aligizakis

Κανείς δεν πρόφταινε πια να θυμηθεί, να σκεφτεί, να ρωτήσει —
μια διαρκής μετακίνηση· όλα σύντομα, κομμένα, ασυμπλήρωτα.
Οι θρήνοι κι οι ζητωκραυγές, έπαιρναν λίγο λίγο
τον ίδιο τόνο· επίσης κι οι μορφές εχθρών και φίλων — δεν ξεχώριζες.
Μόνο τις νύχτες που έπεφτε η σιωπή οριζόντια —σαν κόπαζε η μάχη—
ακούγονταν ανάμεσα στις πέτρες μακρυσμένοι βόγγοι πληγωμένων
και το φεγγάρι ήταν σα μάτι διεσταλμένο σκοτωμένου αλόγου· — τότε μόνον
γνωρίζαμε πως δεν έχουμε ακόμη πεθάνει.

Τότε, μια πονηρία χιλιοόματη σπίθιζε σ’ όλες τις γωνιές της νύχτας:
να πάρουμε πίσω όσα μας έκλεψαν, να τα υποκλέψουμε έστω. Εκεί, κάτω,
στο φεγγερό ακρογιάλι, σκοτεινά τα καράβια μας,
ασάλευτα, μαρμαρωμένα, μελετούσαν ένα άλλο ταξίδι —
κι αν κάποτε άστραφτε για λίγο ένα βρεγμένο κουπί, αντιχτυπούσε αιφνίδια
στο σφυγμό του χεριού μας. Ελαφροπάτητοι αγγελιαφόροι
πηγαινοέρχονταν με το γλίστρημα της νυχτερίδας, κι ίσως να ’μενε
προδοτικό σημάδι στ’ άσπρα βότσαλα ή ανάμεσα στ’ αγκάθια,
ένα μαύρο φτερό, ένα κομμάτι από λουρί σανδάλου, μια ασημένια πόρπη,
και θα ’πρεπε την άλλη μέρα, με τον όρθρο, να τα εξαφανίσουμε.


No one could remember, think or question anymore;

It was a constant movement; everything was fast, abortive,

             incomplete;

Wailing and cheering slowly took the same tone;

the faces of friends or foes were equally indistinguishable.

Only during the night when the battle stopped, silence took

over uninterruptedly; the constant groans of the wounded

were heard among the rocks and the moon resembled

the dilated eyes of a slaughtered horse —

only then we realized that we still had not died.

Then, machination sparked its thousand eyes in each corner

            of the night:

to take back everything they stole from us, to even re-steal them.

Down there at the moonlit shore, our ships were dark,

forever moored, as if made of stone, and they were planning

             another voyage

and if at times a wet oar flashed briefly, the pulse of our wrists

throbbed unexpectedly in response. Light footed messengers,

slippery like bats, went back and forth and if by chance

a betraying trace was left in the white pebbles or among

the thorns, a black feather, a piece of sandal strap,

a silver buckle, which we made sure had vanished

              early next morning.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s