Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II


by Yannis Ritsos/Translated by Manolis Aligizakis

Άλλοτε πάλι, τα μεγάλα μεσημέρια, σ’ ένα διάλειμμα της μάχης,
ή σ’ ώρα πορείας, σ’ ένα σταμάτημα, νιώθαμε μονομιάς πως διψούσαμε —
τίποτ’ άλλο: διψούσαμε. Δεν ονομάζαμε το νερό και τη δίψα μας·
σκύβαμε μόνο αμήχανοι να δέσουμε τάχα τα σαντάλια μας,
κι έτσι, σκυμμένοι, κοιτούσαμε πέρα, κρατώντας
μια εικόνα αντεστραμμένη από τοπία, ανθρώπους κι από μας τους ίδιους,
μια εικόνα απατηλή, συγγνωστική, διαυγή, τεθλασμένη,
σάμπως καθρεφτισμένη σε νερό. Και νερό δεν υπήρχε. Διψούσαμε.

Κείνος ο δρόμος ερημώθη ώς το βάθος. Απ’ τις δυο πλευρές του
πηγάδια σκεπασμένα, μολυσμένα απ’ τους νεκρούς. Ράγιζε η πέτρα
απ’ τη μεγάλη ζέστη. Τα τζιτζίκια ξεφώνιζαν. Ο ορίζοντας
ήταν ασβέστης και γλώσσες φωτιάς. Μέσα στην ανελέητη λιακάδα
σπίθιζαν στα σαμάρια των τειχών, όρθια, σπασμένα τζάμια,
χωρίζοντας συντρόφους, φίλους, συμπολεμιστές. Παρόλη
την αιχμηρή, δοξαστική ακτινοβολία, δεν κρυβόταν τίποτα. Είδα άντρες γενναίους
να ρίχνουν στάχτη στα μαλλιά τους· κι είδα τη στάχτη
ν’ ανακατεύεται με τα δάκρυά τους· μαύρα αυλάκια
χώνονταν μες στα γένια τους, ώς κάτω στα σαγόνια τους.

At other times, during the long high noon, during a break

             in the fighting,

or when we marched, or we stopped to rest, we suddenly felt

thirsty — nothing else, only thirsty; we wouldn’t call by name

our thirst or the water, we only bent down uneasily to tie

             the throngs of our sandals

and bending down we gazed far away in the distance and

we retained an inverted image of the landscape, people

and ourselves an illusory view, forgiving, diffracted,

diaphanous as if reflected in water. There was no water.

             We were thirsty.

That road was totally ravaged. On both sides you could see

wells covered and polluted by corpses. The stones split

from the extreme heat. The cicadas were shouting. The horizon

was of seething asbestos and tongues of fire. Tops of the walls

sparkled in the unrelenting sunshine and broken glass separated

comrades, friends and fellow fighters. Despite the piercing,

glorious brilliance nothing could be hidden. I saw brave men

put ashes in their hair and I saw the ashes mix with their tears;

black furrows dug in their beards, down to their chin.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s