Τίποτα δεν είχε μείνει στο δωμάτιο παρά η υγρασία

του αναστεναγμού της, σαν πεφταστέρι ορφανό

στη φέγγος του ουρανού κλεφτό φιλί, ανοιξιάτικο

πρωί, μαλλιά ολόχρυσα στους ώμους, κυματιστά

σαν θάλασσα ερωτευμένη, λεπτή αχτίνα ήλιου έκλεβε

ματιές μέσα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα, αστραφτερό

νερό λιμνούλας εκεί που οι μονιάδες κατέφευγαν,

σαν του κομήτη την ουρά που είδες ή που νόμισες

πως είδες, η ήβη φλογισμένη, γλυκόπικρο ποτροκαλί

χρώμα ζωής, ξαφνιασμένο σαν την αναπνοή που κόπηκε.

Έβρεχε πολύ κείνη τη νύχτα που κανείς δεν άκουσε

το στεναγμό μας κι οι αμαρτίες μας ποιός ο σκοπός τους;

~ Μου αρέσουν όσοι δεν κρατούν για τον εαυτό τους μήτε

σταγόνα πνεύματος, αλλά προσπαθούν να είναι ολόκληροι

πνεύμα της αρετής.


Nothing had remained in the room but the moist

of her sigh, falling star, orphan in the gleaming sky

a stolen kiss, spring morning, hair golden on the shoulders

like waves of a sea in love, thin sunray, glance escaped

through the half open door, shiny pond surface where

the lonely took refuge, the comet’s tail you saw and

didn’t, her mound fiery, bittersweet, surprised like

her breath that stopped.

That night it rained so heavy no one could hear our

sighs and our sins, what was their purpose?

~ I like those who don’t keep for themselves even a drop

of pneuma, but struggle only to be pneuma of virtue.

Ubermensch, poetry by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, 2013

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s