Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume II, translated by Manolis Aligizakis


by Yannis Ritsos/Translated by Manolis Aligizakis

Τις νύχτες, μες στα πλοία, όταν οι απλοί, κουρασμένοι στρατιώτες
κοιμόνταν σωριασμένοι σαν τσουβάλια στο κατάστρωμα,
αξιολάτρευτοι στην ευπιστία της νεότητάς τους,
μέσα στην άγνοια, τη ζωώδη αγνότητα, στο σαρκικό τους κάλλος,
εύρωστοι από την άσκηση της χρήσιμης δουλειάς, στους αγρούς, στα εργαστήρια, στους δρόμους,
υποταγμένοι στην ανάγκη και στην εύκολη ελπίδα,
με την πηγαία γενίκευση της δικής τους αθωότητας, σαν πρόβατα
που τα οδηγούν στη σφαγή για τα συμφέροντα άλλων, κι όμως
χαμογελώντας μες στον ύπνο τους, παραμιλώντας, ροχαλίζοντας,
βλαστημώντας μια ονειρική αγελάδα ή μουρμουρίζοντας πάλι και πάλι
ένα όνομα γυναικείο, ημίγυμνοι, σε νύχτια στύση,
περιχυμένοι τη μυστική αιωνιότητα της ωκεάνιας αστροφεγγιάς· — αυτές τις νύχτες,

άκουσα, ανάμεσα στους παφλασμούς των κουπιών, τις φωνές, τους καυγάδες
των αρχηγών, για λάφυρα που δεν είχαν ακόμη συναχτεί, για τίτλους
που δεν είχαν ακόμη θεσπιστεί. Κι είδα στα μάτια τους
το μίσος για όλους, τ’ άγριο πάθος των πρωτείων,
και μέσα μέσα, όπως στο βάθος σκοτεινής σπηλιάς ανίσχυρη πυγολαμπίδα,
είδα και τη δική τους μοναξιά. Πίσω απ’ τα γένια τους
σπίθιζε ολόγυμνη η μοίρα τους, σαν πίσω απ’ τα γυμνά κλαδιά ενός δάσους
μια στεγνή πεδιάδα στο φεγγαρόφωτο, σπαρμένη μ’ άσπρα κόκαλα.

During the night, on the ships, when the regular soldiers,

tired and asleep on the deck like sacks, piled together

admirable in their youthful trustiness,

asleep in their ignorance, their animalistic purity and

their bodily beauty, robust from their useful toil

in the fields, in the workshops and on the roads

satisfying the need and conning hope,

while they generalized their innocence effortlessly,

like lambs led to slaughter, for the benefit of others,

yet smiling in their sleep and babbling, snoring,

cursing a dreamy cow or whispering again and again

a woman’s name, half naked, with nocturnal erection,

being bathed by the mystic endlessness of oceanic starlight,

those nights, I heard, amid the splashing of the oars,

the voices and arguments of our leaders about looting and

booty still to be gotten, and about titles not yet decreed.

And I saw, in their eyes, hatred toward all others, the savage

passion for recognition, and deed within, like a tender firefly

at the far end of a dark cave, I saw their loneliness too. Behind

their beards, their naked fate gleamed, like behind the leafless

branches of a forest, an arid plain sown with white bones

                sparkled in the moonlight.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s