Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis


Κι εζήσαμε μακριά του κι ήταν σαν κόλαση και

σαν τις σκέψεις περιπλανηθήκαμε για πολλά χρόνια.

Το χρόνο τεμαχίσαμε με μέτρο δανεικό και θανατώσαμε

το θάνατο απλό της σκέψης δημιούργημα. Οι συνήθειες μας

πήραν της ερημιάς σημάδια και των πουλιών τα τιτιβίσματα

ξυπνούσαν μέσα μας αλλότριες λαχτάρες που φεύγανε

σαν σύννεφα και δέντρα λιγοστά. Κουβέντα αρχίσαμε με

το σακούλι που `χαμε στην πλάτη και με του υφάσματος

πλατάγισμα που ο αγέρας έπαιζε κι υπόσχονταν το μέλλον


Εκείνος `κεί πάντα τη ράβδο να κρατεί, σημάδι υπεροχής

και δύναμης. Τα ποδάρια μας το βάδισμα συνέχιζαν

νύχτα και μέρα μέχρι που μόνο σταματούσαμε το θαύμα

να γευτούμε του κυκλάμινου

κι ήταν κι αυτό χαράς μας παιδεμός.


We lived away from Him as though years

in the Purgatory, we wandered in solitude

of painful moments, like thoughts, we divided time

in borrowed measurements, the death we annulled

with our creative thoughts until our customs took

the form of loneliness and birds’ chirps awakened

in us strange yearnings that flew away like clouds.

The tree: a loner and we commenced strange discourse

with the bag we carried on our shoulders and with

the garment’s fluttering in the wind that promised us

a better future.

He stood always in the front His staff an emblem

of superiority and our legs kept moving us day and

night although we occasionally stopped to marvel at

the cyclamen’s miracle

and our joy was nothing but our ordeal.

Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria BC, Canada

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s