Yannis Ritsos-Poems, Selected books, volume II

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ//PHILOCTETES

by Yannis Ritsos/Translated by Manolis Aligizakis

Τότε, σα να ’νιωσαν αόριστα ένοχοι, σα να μην άντεχαν
αυτό το απέραντο, ανάλαφρο βάρος, άρχισαν να φωνάζουν,
να χωρατεύουν, να χειρονομούν χυδαία, να συγκρίνουν τα όργανά τους,
ν’ αλείφονται με το λίπος των ψητών, να πηδούν, να χορεύουν, να παλεύουν,
να κάνουν πως διαβάζουν στις γυμνές πλάτες των κριών εύθυμους οιωνούς κι αισχρές ιστορίες,
ίσως για να ξεχάσουν κείνη τη στιγμή, κείνη τη νόηση, κείνη την απουσία.

Ίσως κι εσύ, μια τέτοια νύχτα, μέσα στις αντίρροπες
φωνές των συμπολεμιστών σου, ν’ άκουσες ολοκάθαρα
την απουσία της δικής σου φωνής — όπως εγώ, τότε με την πανσέληνο·
τ’ άκουσα, ναι, πως εγώ δεν εφώναζα· κι έμεινα εκεί
καθηλωμένος ανάμεσα σ’ όλους, ολομόναχος
ανάμεσα και στους πιο αγαπημένους μου, ολομόναχος
σ’ έναν μεγάλο κύκλο ερημικόν, σ’ ένα πανύψηλο αλώνι,
ν’ ακούω με τρομερή διαύγεια τις φωνές των άλλων, και ταυτόχρονα
ν’ ακούω τη σιωπή μου. Από κει πάνω
αγνάντεψα για δεύτερη φορά τη λάμψη των όπλων σου. Κι εννόησα.


Then, as if they felt guilty and couldn’t bear this huge

weightless burden, they started to shout, joke

to make obscene gestures, to compare the length

of their penises, to smear themselves with animal lard,

to dance, jump, wrestle, pretend to read favorable

fortunes and dirty stories on the exposed shoulder blades

of rams, just to forget, perhaps for a moment that absence,

                that understanding.

Perhaps you too, in such a night, could had clearly heard

the absence of your own voice amid the shouts of your

comrades just as I did under the full moon. Yes, I heard

that I wasn’t shouting and I remained transfixed there

among them, all alone, in a gigantic circle of loneliness,

on a mountain threshing floor, hearing voices of the others

with horrible clarity, and at the same time my silence. From

that high position I admired for the second time the brilliance

                 of your weapons. And I understood.

The Myth of Sisyphus

Manolis

images

ALBERT CAMUS

From the moment absurdity is recognized, it becomes a passion, the most harmonious of all. It is not the world that is absurd, nor human thought but when then human need to understand meets the unreasonableness of the world, like when my appetite for the absolute and for unity meets the impossibility of redusing this world to a rational and reasonable principle.

Απ’ τη στιγμή που η έννοια του παράλογου αναγνωρίζεται, μετατρέπεται σε πάθος και μάλιστα το πιο οδυνηρό. Δεν είναι ο κόσμος που είναι παράλογος, ούτε η ανθρώπινη σκέψη, αλλά όταν η ανάγκη να καταλάβουμε συγκρούεται με τον αλόγιστο κόσμο, όπως όταν η επιθυμία μου για το απόλυτο και για το ενιαίο συναντά την αδυναμία μου να μειώσω τον κόσμο τούτο σε μια λογική και αποδεκτέα αρχή.

~ Αλμπέρτος Καμύ, Ο Μύθος του Σίσυφου
~ Albert Camus, The Myth of Sysiphus

View original post

VORTEX

Manolis

vortex_cover

DISCOVERY

I touch the mirror
searching for

the feeling
of my motionless idol

opposite every move you make
naked on our bed

and smiling at me
you call me in your embrace

and I stop my search
for the unknown and imaginary

and hurriedly return
to your lustful kiss

ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ

Αγγίζω τον καθρέφτη
και για κάποιο ψάχνω

του γυαλιού συναίσθημα
το ακίνητο μου είδωλο

αντίθετα στο κάθε λύγισμά σου
επάνω στο κρεβάτι μας γυμνή

να μου χαμογελάς
να με καλείς στην αγκαλιά σου

κι αφήνω στη στιγμή την έρευνά μου
για κάτι ασύλληπτο ή ιδεατό

και δίχως λέξη βιαστικά γυρνώ
στο αισθησιακό σου φίλημα
~ VORTEX, Libros Libertad, Vancouver, BC, Canada, 2011

GIANNIS STRATIS “PARADISE” MANOLIS ALIGIZAKIS “VORTEX” HD

View original post

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Manolis

Ritsos_front large

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ

Σ’ αυτό το αέτωμα τί ωραία που συμπλέκονται άνθρωποι κι άλογα—

μέλη γυμνά, γωνίες, καμπύλες, οι θεσπέσιες στάσεις των ποδιών

οι χαίτες,

τα μάρμαρα αναπνέουν, αχνίζουνε στον ήλιο. Ένα άλογο αφηνιάζει,

πηδάει το φράχτη, τριποδίζει. Πίσω του τρέχουν νεαροί επαρχιώτες

βγαίνοντας απ’ τα λαϊκά λουτρά. Τ’ άλογο φτάνει στ’ ακρογιάλι,

υψώνει το λαιμό, κοιτάει τη θάλασσα, ο ορίζοντας σπιθίζει,

ένα πλοιάριο μ’ εκδρομείς περνάει άκρη άκρη, παίζουν κιθάρες

ρίχνουν ποτήρια στο νερό, σαλεύουνε μαντίλια. Ο θάνατος

ανύπαρκτος μέσα στη διαφάνειά του, εδώ που βασιλεύει

το απόλυτο λευκό, κι ένα άλογο παρατηρεί την απεραντωσύνη,

ενώ στο πίσω αριστερό του πόδι το κομμένο του σκοινί σα βραχιόλι.

~Αθήνα, 30-12-79

HELLENIC LINE

On this pediment how nicely the people entangle with the horses –

naked limbs, corners, contours, the exquisite leg positions,

the manes;

the marbles breathe, steam in the sunshine. One horse bolts,

jumps over the fence, canters. Behind it…

View original post 96 more words

Αρχάνες, η μικρή και αστραφτερή γωνιά της Ελλάδας

ΕΛΛΑΣ

Μικρά, μεγάλα, με περισσότερο ή λιγότερο κόσμο τα ελληνικά χωριά ξεχωρίζουν κυρίως για την αυθεντικότητα και την ιστορία τους. Γιατί εκεί μπορεί να γνωρίσεις από πρώτο χέρι την παράδοση, να απολαύσεις ντόπιες συνταγές, να γνωρίσεις φιλόξενους κατοίκους και να έρθεις πιο κοντά με την φύση. Κάποια από αυτά τα χωριά ξεχωρίζουν ακόμη περισσότερο όχι μόνο στα μάτια μας αλλά και σε όσους ξένους επισκέπτες τα γνωρίζουν από κοντά. Ένα τέτοιο είναι το πολύχρωμο ελληνικό χωριό Αρχάνες που βρίσκεται στην Κρήτη και το οποίο έχει διακριθεί για την ομορφιά του. Το CNN Travel το έχει κατατάξει στη λίστα με τα ωραιότερα ελληνικά χωριά της Ελλάδας. Και όχι άδικα. Οι εικόνες μιλούν από μόνες τους.


View original post 270 more words

The Awakening of Joyce’s Lust for Beauty

A R T L▼R K

For those soul-searching, here is an excerpt from  A Portrait of the Artist as a Young Manthe first novel of Irish writer James Joyce (1882 – 1941). This autobiographical Künstlerroman is unprecedented in literature for its use of free indirect speech prefiguring Joyce’s stream of consciousness technique. American modernist poet Ezra Pound had the novel published in book format for the first time by B. W. Huebsch in New York, on the 29th of December 1916. The following passage captures one of the Joyce’s best-known epiphanies, his youthful infatuation with beauty – the seed of creativity:

A girl stood before him in midstream, alone and still, gazing out to sea. She seemed like one whom magic had changed into the likeness of a strange and beautiful seabird. Her long slender bare legs were delicate as a crane’s and pure save where an emerald trail of seaweed had fashioned…

View original post 350 more words