Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis


Στα μάτια σου οι λέξεις παιγνίδιζαν κι όμως τα χείλη

μένανε ερμητικά κλειστά σαν τις στροφές ποιήματος

που γράφονταν τη νύχτα όταν φοβόσουν, των πεύκων το

γλυκό τραγούδι έφερνε μηνύματα απ’ το νοτιά

άρωμα ψωμιού φρεσκοψημένου που κλέψαμε

σαν ήμασταν παιδιά, να μην ξαναπεινάσουμε ποτέ,

κόκκινοι οι λοβοί σου, νότες που αντήχησαν την

ήττα διαμάχης, στην άκρη των χειλιών ο φόβος

κρύβονταν κι ένας ακόμα μύθος σάπισε.

Ρυάκια οι επιθυμίες στην πλατεία παρέλαυναν μαύρο

βελούδινο φόρεμα, το δρόμο που πήρε για την εκκλησιά,

εικόνες των αγίων μας να σκανδαλίσει, τότες

που απεγνωσμένοι τα μάτια κλείσαμε και τρέξαμε

στο κοντινό ξενοδοχείο δίχως λέξη καμιά να πούμε.

~ Μου αρέσουν όποιοι έχουν βαθειά στην ψυχή την πληγή

και μπορεί να καταστραφούν στη στιγμή. Αυτοί πρόθυμα

περνάνε το γεφύρι.


Words played in your eyes yet the lips tightly shut

like the stanza of the poem written during the night

you were afraid; the pines brought message from

the south wind, aroma of freshly baked bread

we stole when young, that we never feel hungry

again. In our red earlobes, notes reverberated defeat

of argument and fear lurked on the edge of your lips:

another myth decomposed.

Parade of our desires in the plaza, black velvet

garment over your skin and went to the little chapel

the icons of our saints to scandalize. Then

we closed our eyes and run to the closest hotel, not

a single word spoken.

~ I like those with a deep wound in their souls, who

can be easily destroyed. Those willingly pass over

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s