Autumn Leaves, poetry by Manolis Aligizakis

ΣΤΑΛΛΕΣ

Ήταν ξημέρωμα όταν

στρέψαμε τα μάτια προς

το σκοτεινό σημείο του ορίζοντα

εκεί που σαν αγέρας

έστεκε η μοίρα μας

ανεξήγητη, απροσπέλαστη,

αδιάντροπα προκλητική,

και μόνο κείνος, με το ακρωτηριασμένο

μπράτσο αναστέναξε και πίσω

γύρισε να πάει προς στο σπίτι

στην ίδια την καρέκλα του να κάτσει

με μια τέτοιαν απίστευτη ηρεμία

λες κι είχε λύσει όλα του κόσμου

τα προβλήματα κι εμείς στέκαμε

με τα χέρια απλωμένα

βαριές να πέσουν στις παλάμες μας

οι στάλλες της πρώτης

φθινοπωριάτικης βροχής.

RAINDROPS

It was daybreak when we turned

our eyes toward the dark

spot of the horizon where

like the wind our fate stood

inexplicable, inaccessible

shamelessly challenging us and

only him, the one with

the severed arm sighted and

turned back to the house

to sit in his chair with

such calmness as if he had

solved all the world’s problems

though we kept our hands

extended that onto our palms

would fall heavy the drops

of the first autumn rain

AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2014

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

Ασημίνα Λαμπράκου, Δύο ποιήματα

To Koskino

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΣΤΗ ΣΟΛΩΝΟΣ

Τα μεσημέρια στη Σόλωνος

αγκομαχούν πίσω απο κουρασμένες εξατμίσεις

Δημόσια στενότητα, πίσω από τα τζάμια

Αψίσες δηλωτικές

προτιμήσεων κι ισοδύναμων πεποιθήσεων

Τραπεζάκια μικρά, λιανά

πάνω τους χώρος ενός πακέτου από τσιγάρα

και δυο αγκώνων άγγιγμα

Τα μεσημέρια στη Σόλωνος

γλιστρούν και χάνονται στις σχισμές των υπονόμων

Το χέρι γωνιωδώς προτεταμένο του προσώπου

Πρόσωπο δουλεμένο απ’ τον χρόνο

Δάκτυλα καταλλήλως κεκαμένα

ως υποδοχείς τσιγάρου και μιαν άφεση καλέσματος

Μάτια μισόκλειστα στις ακοές, συνταιριασμένα λες

στο μαύρο φόντο της αψίσας πίσω της

«…καταραμένοι ποιητές»…

ίσα που πρόλαβα να διακρίνω

πάνω της γραμμένο με άσπρο

σαν από τον καπνό νόμιζες

Τα μεσημέρια στη Σόλωνος

γλιστρούν σε οδόστρωμα βρεγμένο από βαλβολίνες

κι ευθύβολη αδιαφορία

Κι αυτός

«…εκατό χιλιάδες ευρώ η αξία του οικοπέδου»…

ακούστηκε να λέει, σκυμμένος ελαφρά κοντά της

-γι άλλα θα περίμενες.

Εκεί

στα μικρά καφέ της Σόλωνος

η εφηβεία ενηλικιώθηκε,

με παρατεταμένες κρίσεις

πανικόβλητης αυτοκριτικής

Καταραμένοι οι ποιητές

View original post 120 more words

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Δανέζοι στὸ Με­σο­λόγ­γι

Πλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

Δανέζοι στὸ Μεσολόγγι

[τοῦ Wilhelm Sponneck καὶ τοῦ Νάση Νίκα]

ΤΑΝ ὁ Βα­σι­λέ­ας Γε­ώρ­γιος, κα­τὰ τὰ 1863, τα­ξεί­δευ­ε πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Με­σο­λόγ­γι, το­νὲ συ­νώ­δευ­ε ὁ σύ­βου­λός του Σπόν­νεκ, ὁ πει­ὸ ἀ­νί­κα­νος ἀ­π’ ὅ­σους ἤρ­θα­νε μὲ πο­λι­τι­κὴ ἀ­πο­στο­λὴ στὴν Ἑλ­λά­δα ξέ­νοι καὶ πο­λὺ φι­λάρ­γυ­ρος(1). Ὁ Σπόν­νεκ κοί­τα­ζε πε­ρί­ερ­γος τὰ χω­μα­τέ­νια ἀ­πο­μει­νά­ρια τῶν προ­χω­μά­των, ποὺ ὁ Τοῦρ­κος κι’ ὁ Ἀ­ρά­πης ἀ­νά­ξιοι εἴ­χα­νε στα­θῆ νὰ τὰ πά­ρουν. Γυ­ρί­ζει τό­τε καὶ λέ­ει στὸν κύ­κλο ποὺ τὸν ἄ­κου­γε:

       — Ἕ­να τέ­τοι­ο ἀ­δύ­να­το πρό­χω­μα μὲ 400 Δα­νέ­ζους τὸ παίρ­νω ἐ­γὼ σὲ μιὰ καὶ μό­νη ἔ­φο­δο.

       Κά­ποι­ος Σου­λι­ώ­της τό­τε ἐ­κεῖ, ὁ γέ­ρο-Νί­κας [ἴ­σως ὁ Νά­ση-Νί­κας] ρώ­τη­σε κ’ ἔ­μα­θε τί λέ­ει ὁ ξέ­νος, κ’ εἶ­πε:

       — Τὸ παίρ­νει, λέ­ει, μὲ τε­τρα­κό­σους Δα­νέ­ζους; Μπο­ρεῖ, μὰ πρέ­πει κ’ ἐ­κεῖ­νοι ποὺ θὰ εἶ­ναι μέ­σα νὰ εἶ­ναι Δα­νέ­ζοι σὰν αὐ­τόν.

(1) Κάποτε φιλο­νι­κοῦσε μιὰ βδο­μά­δα μὲ…

View original post 90 more words