Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, volume II

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ//PHILOCTETES

by Yannis Ritsos/Translated by Manolis Aligizakis

Τότε έλυσα κι εγώ τη ζώνη μου κι αισθάνθηκα
την ίδια μου την κίνηση ήρεμη, αναπότρεπτη, ανεξήγητη,
μ’ εκείνη την αυθεντικότητα της μεταφυσικής. Κι ήταν σα να ’λυνα
μια προαιώνια θηλιά απ’ το λαιμό μου. Κράτησα τη ζώνη μου για λίγο
κι ύστερ’ ακούμπησα τη μια της άκρη στο νερό, βλέποντας να χαράζει
μια γαλήνια γραμμή μέσα στο απέραντο, ενώ, ταυτόχρονα,
στα δάχτυλά μου αντιχτυπούσε ο ακίνητος σφυγμός
μιας σπάνιας ελαφρότητας. Τότε,
τράβηξα απ’ το νερό τη ζώνη μου, κι έτσι βρεγμένη
την έσφιξα και πάλι δυνατά στη μέση μου.

Καμιά φορά, το φως του λυκόφωτος είναι μια φώτιση —δεν είναι;—
έτσι άπλετα καθρεφτισμένο στο νερό, ενωμένο
με το ίδιο το είδωλό του, αυτόνομο
απέναντι της νύχτας και της μέρας — μια ολότελα ανεξάρτητη σύνθεση
της νύχτας και της μέρας. Το φέγγος εκείνο,
τόσο σύντομο, κι αθάνατο ωστόσο, — ένας ολόχρυσος θώρακας
ασφαλής τριγύρω στο στήθος μας· προπάντων
εκείνο το άτρωτο, λεπτότατο στρώμα του αέρα
ανάμεσα στο θώρακα και στη σάρκα μας, που επιστρέφει ξανά προς τα μέσα
την κίνηση της αναπνοής μας προς τα έξω. Κάποτε,
σε μια βαθύτατη εισπνοή, νιώθουμε τις αιχμές του στήθους μας
ν’ αγγίζουν μυστικά το μέταλλο του θώρακα, δροσισμένο απ’ το δείλι,
με την υπέρτατη ηδονή του ανύπαρκτου, σ’ ερωτικήν απτότητα.

Then, I removed my belt and felt my movement: calm,

inescapable, inexplicable with that possession

of metaphysics. And it was as if I was removing

a primordial noose from around my neck. I held

my belt a little, then I dipped one end of it in the water

and watched it incise a peaceful line in the infinite,

as at the same time a motionless pulsation

of a rare buoyancy echoed in my fingers. Then,

I pulled my belt out of the water and fastened it,

wet as it was, around my waist.

Sometimes the twilight is an epiphany, don’t you think?

Mirrored in the water dazzlingly, united

with its own image, autonomous, opposite

the day and night — a completely independent synthesis

of night and day. That brilliance, so short-lived

yet immortal — a golden cuirass secured around our breasts,

and most importantly, that imperceptible trace of air

between the cuirass and our flesh that again returns

the outward motion of our breath inwards; sometimes,

when we inhale deeply, we feel the edge of our chest

touching the cool metal of the cuirass, cooled by the evening,

with the extreme lust of the inexistent in an erotic delight.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s