Autumn Leaves, poetry by Manolis Aligizakis

ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Γριές γυναίκες ξαγρυπνούσαν

δίχως έγνοια καμιά

το σπίτι να σκουπίσουν

να ξεσκονίσουν γυαλικά

στο μπουφέ του έρημου σπιτιού

με τα μισάνοιχτά του παραθύρια

την παραμελημένη αυλή

που οι άλλοι θάψανε   

τον ποιητή μιας άλλης εποχής

των συγγενών μας τα κόκκαλα ξεχνώντας

και καν χωρίς μια σκέψη

για τα βρώμικα τους νύχια

στωικά περίμεναν

καθάρια επανάσταση 

κι έσκαβαν τάφους

για τους μελλοντικούς νεκρούς

VIGIL

Old vigilant women

with no concern

to dust off their coronals

to mop the floor

rearrange the glassware

in the hatch of the decrepit house

half open windows

neglected yard

where they’ve buried

poets of another era

bones of their relatives

forgotten, neglected

dirty fingernails

though stoically they wait

for the diaphanous revolution

and they prepare burial sites

for their future dead.

George Seferis-Collected Poems/translated by Manolis Aligizakis

O ΣΤΡΑΤΗΣ Ο ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΑΠΑΝΘΟΥΣ

Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους-
πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.
Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών-
γι᾿ αυτὸ σωπαίνουν
ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν
παρὰ δήμων ονείρων, παρὰ δήμων ονείρων.

Αν αρχίσω να τραγουδώ θα φωνάξω
κι άν φωνάξω-
Οι αγάπανθοι προστάζουν σιωπὴ
σηκώνοντας ένα χεράκι μαβιού μωρού της Αραβίας
ή ακόμη τα πατήματα μιας χήνας στον αέρα.

Είναι βαρὺ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοὶ-
πρώτα γιατὶ δε μιλούν, κι ύστερα
γιατὶ πρέπει να ρωτήσω τους νεκροὺς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.
Αλλιώς δε γίνεται, μόλις με πάρει ο ύπνος
οι σύντροφοι κόβουνε τους ασημένιους σπάγκους
και το φλασκὶ των ανέμων αδειάζει.
Το γεμίζω κι αδειάζει, το γεμίζω κι αδειάζει-
ξυπνώ
σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας
μέσα στα χάσματα της ἀστραπής,
κι ο αγέρας κι ὁ κατακλυσμὸς και τ᾿ ανθρώπινα σώματα,
κι οι αγάπανθοι καρφωμένοι σαν τις σαΐτες της  μοίρας
στην αξεδίψαστη γης
συγκλονισμένοι απὸ σπασμωδικὰ νοήματα,
Θα ῾λεγες είναι φορτωμένοι σ᾿ ένα παμπάλαιο κάρο
κατρακυλώντας σε χαλασμένους δρόμους, σε παλιὰ καλντερίμια,
οι αγάπανθοι τ᾿ ασφοδίλια των νέγρων:
Πώς να τη μάθω ἐτούτη τη Θρησκεία;

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεὸς είναι η αγάπη
έπειτα έρχεται το αίμα
κι η δίψα για το αίμα
που την κεντρίζει
το σπέρμα του κορμιού καθὼς τ᾿ αλάτι.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεὸς είναι το μακρινὸ ταξίδι-
εκείνο το σπίτι περιμένει
μ᾿ ένα γαλάζιο καπνὸ
μ᾿ ένα σκυλὶ γερασμένο
περιμένοντας για να ξεψυχήσει το γυρισμό.
Μα πρέπει να μ᾿ αρμηνέψουν οι πεθαμένοι-
είναι οι αγάπανθοι που τους κρατούν αμίλητους,
όπως τα βάθη της  Θάλασσας ή το νερὸ μες στο ποτήρι.
Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια της  Κίρκης-
ακριβέ μου Ελπήνωρ! Ηλίθιε, φτωχέ μου Ελπήνωρ!
Ή δεν τους βλέπεις;
-«Βοηθήστε μας!»-
Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη.

Τράνσβααλ, 14 Γενάρη ῾42

STRATIS THALASSINOS AMONG THE AGAPANTHI*

There are no asphodels, nor violets, nor hyacinths

how can you talk with the dead?

The dead only know the language of the flowers;

for this they keep silent

they travel and keep silent, endure and keep silent

beyond the land of dreams, beyond the land of dreams.

If I start to sing I’ll call out

and if I call out—

the agapanthi order silence

lifting the tiny hand of a purple Arabian baby

or even the footprints of a goose in the air.

It is unbearably difficult, the alive are not enough for me

first because they don’t speak and then

because I have to ask the dead

in order to carry on further.

There is no other way, soon as I fall asleep

the comrades sever the silver strings

and the wings’ flask empties.

I fill it and it empties, I fill it and it empties;

I wake

like a goldfish swimming

in the chasms of lightning,

and the wind and the deluge and the human bodies,

and the agapanthi nailed like the arrows of fate

to the unquenchable earth

shaken up by convulsive signals,

as though loaded on an ancient cart

rolling down gutted roads, on old cobble-stones,

the agapanthi, asphodels of the negroes:

How can I learn this religion?

The first thing God made is love

then comes the blood

and the thirst for blood

stirred by

the body’s sperm like the salt.

The first thing God made is the long journey

that house is waiting

with a light-blue smoke

with an aged dog

waiting to die with the homecoming.

But the dead have to advise me;

it’s the agapanthi that keep them silent

like the depths of the sea or the water in the glass.

And the comrades remain in the palace of Circe;

my precious Elpinor! My precious, fool Elpinor!

Or, don’t you see them?

—Oh Help us!—

On the blackened ridge of Psara.

Transvaal 14 January 42

________________________________

*African Violet

H μυστική Ελευσίνα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα σε ένα φιλμ 6′ (Βίντεο)

ΕΛΛΑΣ

Η Ελευσίνα ένας τόπος μυστηρίων με μοναδική αρχαία αλλά και σύγχρονη ιστορία, συστήνεται στο κοινό μέσα από ένα πρωτότυπο βίντεο σε παραγωγή της 2023 ELEVSIS Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης.

View original post 194 more words

The Matriarchal Reign of Artist Rosa Bonheur

A R T L▼R K

51MHMbCQsRL._On the 16th of March 1822, French painter and sculptor Marie-Rosalie Bonheur was born in Bordeaux, Gironde, as the oldest child in a family of artists. A feisty, ambitious woman, Bonheur achieved more than most of her female contemporaries could ever dream of. During a time when the Napoleonic Codeslimited French women to access their own money or receive an inheritance, Bonheur, whose mother died when she was 10 (allegedly of emotional exhaustion bringing up a large family mostly on her own) was determined to pursue her own independent path in life. She refused her artist father’s protection and his offer to sign her paintings with his name, in order to validate her art in a patriarchal society. Bonheur worked hard at building a very lucrative career painting mainly animals and large scale dynamic compositions in oils.  She earned all of a maximum of three Salon medals…

View original post 860 more words