Yannis Ritsos-Poems, Selected Books

ΕΛΕΝΗ//HELEN

Λίγο λίγο τα πράγματα χάσαν τη σημασία τους, αδειάσαν· άλλωστε
μήπως είχαν ποτέ τους καμιά σημασία; — χαλαρωμένα, κούφια·
εμείς τα γεμίζαμε με άχυρο ή πίτουρο, να πάρουν σχήμα,
να πυκνώσουν, να στεριώσουν, να σταθούν, — τα τραπέζια, οι καρέκλες,
τα κρεβάτια που πάνω τους πλαγιάζαμε, τα λόγια· — πάντοτε κούφια
σαν τα πανένια σακούλια, σαν τις λινάτσες των έμπορων· —
απόξω κιόλας ξεχωρίζεις τα προϊόντα που περιέχουν
πατάτες ή κρεμμύδια, στάρι, καλαμπόκι, μύγδαλα ή αλεύρι.

Καμιά φορά, πιάνεται το τσουβάλι σε μια πρόκα στη σκάλα
ή στο γάντζο μιας άγκυρας κάτω στο λιμάνι, γίνεται μια τρύπα,
ξεχύνεται το αλεύρι — ένα ανόητο ποτάμι. Το τσουβάλι αδειάζει.
Το αλεύρι το μαζεύουν οι φτωχοί με τις φούχτες τους, να φτιάξουν
τίποτα πίτες ή κουρκούτι. Το τσουβάλι σωριάζεται. Κάποιος
το σηκώνει απ’ τις δυο κάτω γωνιές του· το τινάζει στον αέρα·
ένα σύννεφο άσπρη σκόνη τον τυλίγει· ασπρίζουν τα μαλλιά του·
ασπρίζουν προπάντων τα φρύδια του. Οι άλλοι τον κοιτάζουν.
Τίποτα δεν καταλαβαίνουν· περιμένουν ν’ ανοίξει το στόμα, να μιλήσει.
Αυτός δε μιλάει. Διπλώνει το τσουβάλι στα τέσσερα· φεύγει
έτσι άσπρος, ανεξήγητος, αμίλητος, σα μεταμφιεσμένος
σαν ένας λάγνος γυμνός σκεπασμένος μ’ ένα σεντόνι,
ή σαν πανούργος νεκρός, αναστημένος μες στα σάβανά του.

Bit by bit things lost their meaning became empty on the

         other hand

did they ever have any meaning? – loosened up hollow

we filled them with straw or chaff so they take shape

they thicken they stand – the tables the chairs

the beds where we lie on the words – always

          hollow

like the cloth sacks like the vendor’s burlap bags –

from the outside you already know what’s inside

potatoes or onions wheat corn almonds or flour

Sometimes a sack catches a nail on the stair

or on the prong of an anchor down in the harbor a hole is

          opened

the flour spills out – a foolish river The sack empties itself

The poor gather the flour in handfuls to bake

some pies or batter The sack collapses Someone

picks it up lifting from two corners He shakes it out in the air

a cloud of white dust engulfs him his hair becomes white

more so his eyebrows The others look at him

they don’t understand anything They wait for him to open

         his mouth to talk

He doesn’t He folds the sack in four he leaves

as he is white inexplicable speechless as if disguised

like a lustful naked man covered with a sheet

or like a cunning dead man resurrected in his shroud

Nostos and Algos, poetry by Manolis Aligizakis

Ανατολή

Ο ήλιος ξαφνικά σηκώθηκε

ίσως η μέρα νάταν γιομάτη

σφριγηλότητα κι εγκαρτέρηση

όλοι οι σύντροφοι που ξυπνήσαν

και στράφηκαν τριγύρω να μετρήσουν

τους ζωντανούς, χώρια απ’ τους

ακίνητους και ξορκισμένοι

νάναι και μακριά από μας

στην ώρα του ήρθε κι ο λοχίας

και προσκλητήριο εκάλεσε

παράξενο που όλοι απαντήσαμε

εκτός απ’ τους άλλους στους μαύρους

σάκκους που σαν σάπιες πατάτες

δίπλα στο παράπηγμα μέναν άλαλοι

κι ο ήλιος στάθηκε δειλά στο χάος

σαν μάνα που μετρούσε ένα-ένα

τα παιδιά της κι άλλες φορές που

έκρυβε τα μάτια να μη δει

τη θεία κωμωδία κι ένα λεπτό

σιωπής καλέστηκε γι’ αυτούς που

πια δεν γνώριζαν πως ν’ αναπνεύσουν

Sunrise

Suddenly it was sunrise

perhaps a new day

full of vigor and stamina

when all comrades woke up staring

at each other, counting bodies

that moved instead of the

motionless, let them be cursed

and let them keep away from us

but when the sergeant came in

and called all our names

it wasn’t strange that we all answered

except the dead ones in the other hutment

in gray sacks like rotten

potatoes no one wanted to deal with

and the sun still stood up

in the horizon like a mother

counting her children one by one

then hiding her eyes from

this spectacle until a moment

of silence was called for

the ones who could no longer breathe

Ίδρυμα Θεοχαράκη: Η Γυναίκα στην Επανάσταση του 1821

ΕΛΛΑΣ

Ελληνίδα Μάνα με το νεκρό παιδί της, Αγνώστου, Γαλλικής σχολής, Α’ μισό 19ου Αιώνα, Λάδι σε μουσαμά, 83 X 100 εκ., Συλλογή Μιχάλη και Δήμητρας Βαρκαράκη

O πόνος, τα βάσανα, ο ηρωισμός και η προσφορά των γυναικών στον αγώνα αναδύονται στην έκθεση «Η Γυναίκα στην Επανάσταση του 1821» που φιλοξενεί το Ίδρυμα Θεοχαράκη από τις 23 Μαρτίου.

View original post 672 more words

Andy Warhol’s Love Affair with Television

A R T L▼R K

41715UO3RyLOn the 22nd of February 1987,  Pop artist Andy Warhol suddenly died in his sleep at the age of 59 in NYC – the cause was an undiagnosed arrhythmia following a routine gallbladder operation. In addition to his iconic multimedia work which generally gets all the exposure, Warhol was a highly prolific filmmaker. Between 1963 and 1968, he made over 60 films, as well as around 500 short black-and-white ‘screen test’ portraits of the visitors to his Factory, the name under which his workshops were known. Amongst his famous experimental artistic films were Sleep, which monitored poet John Giorno sleeping for six hours. The 35-minute film Blow Job showed a continuous close-up of the face of DeVeren Bookwalter supposedly receiving oral sex from filmmaker Willard Maas. In Eat we can see a man eating a mushroom for 45 minutes. Yet perhaps the best known of his films…

View original post 964 more words