Tasos Livaditis-Selected Poems


      Νύχτωνε, και στο παλιό σπίτι κατοικούσαν μόνο οι σκιές, “θεία

Ευδοκία, της είπα, τώρα πρέπει να σοβαρευτείς, είσαι πεθαμένη”,

μα εκείνη είχε το ίδιο αμήχανο χαμόγελο, όπως τότε, όταν έκρυβε

κάτι που δεν έπρεπε ακόμα να το μάθω,

      ο άγνωστος μας διηγόταν σημεία και τέρατα, εγκλήματα εδώ

και αιώνες, είπε και για μια μύγα, στο παιδικό τζάμι, που της

έκαψε τα φτερά, “από τότε στέκει εκεί και δε μ’ αφήνει” κι έδειχνε

πέρα, μακριά, το δρόμο που δεν μπόρεσε να πάρει,

      η ξενοδόχα, έλεγαν, έκλεβε κρυφά τα πτώματα και τα έθαβε

στα ντουλάπια, έτσι το ξενοδοχείο είχε πολλή κίνηση, γιατί έβρισκες

πάντα κάποιον που να μη σε διώχνει — κι ούτε κατάλαβα όταν

μου βύθισαν το μαχαίρι, σαν να μην ήμουνα εδώ ποτέ μου, κι

απλώς είχαν κρεμάσει ένα πανωφόρι στο κενό.

      Και κάθε τόσο ένα πουλί έπεφτε από ψηλά νεκρό, καθώς χτυπού-

σε πάνω στην απαγορευμένη πόρτα.


Night fell and only the shadows remained in the ole house“aunt

Eudokia” I said to her “get serious, you are dead now” but she retained

the same awkward smile, like back then when she hid something that

I wasn’t allowed to know as yet.

The foreigner narrated stories of signs and wonders, ancient murders;

he also talked about a fly on the child’s glass and that he burnt

its wings “since then it stands there it won’t leave me” and

he pointed far away to the road he never took.

The hotel woman, some said, robbed the cadavers; she then buried

them in the closets so the hotel looked always busy because you

could always fιnd someone who wouldn’t ask you to leave; and

I never felt it when they pushed the knife in my body as though

I’ve never existed  and they had simply hanged an empty coat

over the void. And often enough a bird would fall dead from

above as it bumped onto the forbidden door.

Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis


Η κρυστάλλινη αυγή έφτασε ηλιόλουστη φλογάτη,

γελαστό πρόσωπο μωρού που αντίκρισε τη μαμά του

όταν αποφασίσαμε το χάος να ερωτευτούμε, κάθε αυγή

να πλάθουμε καινούργιο κόσμο, σαν μιας φαμίλιας

ορφανών ψωμί ζεστό και μυρωδάτο δικαίωμα μας

ήταν όλα να τα περιφρονήσουμε καθώς

και τον προσηλυτισμό τρελλών ρασοντυμένων.

Η κρυστάλλινη αυγή έφτασε ηλιοτρόπια γεμάτη,

που αποφασίσαμε γιοφύρι να γίνουμε που πάνω του

τα πρώτα βήματα του Υπερανθρώπου θα γραφόταν.

Εμείς, οι τελευταίοι των ανθρώπων το τέλος μας

θα βρίσκαμε, γιατί όσο ποθούσε τη ζωή ο Υπεράνθρωπος

τόσο αγαπούσε κι εμάς που θυσιάσαμε την ασήμαντη

ύπαρξη μας στην αναζήτηση της ατελούς τελειότητας

του ατελούς χάους.


The crystal dawn arrived. Full of sunlight, baby face

that smiles at the first sight of his mother. We decided

to fall in love with chaos, every morning to kneed

a new world, like a loaf of bread, warm and aromatic,

for our family of orphans. It was our privilege to disdain

them all, even the proselytism of fools wearing cassocks.

The crystal dawn arrived. Full of sunlight when we decided

to become the bridge where the first steps of Ubermensch

would be marked. We, the last of men, would find our end

because as Ubermensch loved life He loved us equally,

for we sacrificed our insignificant existence in search

of the imperfect perfection of the imperfect chaos.