Übermensch, by Manolis Aligizakis


Αφήσαμε για τελευταίο το σπίτι του ποιητή. Μπήκαμε

κι είδαμε στίχους ελαφρότερους απ’ τη σκέψη που πετούσαν

στο κενό, ρυθμός αρμονικός σ’ αντίθεση με την ατίθαση

νιότη μας.

Αναγκαστήκαμε τα δάκρυα να κρύψουμε κι επίτηδες

στρέψαμε τα μάτια μας αλλού, αυτόν το καινούριο κόσμο

να μην μολύνουμε με την ανθρώπινη μικρότητά μας,

σαν μιαν ευθύνη ανάλογη της ηλικίας μας που αποφεύγαμε

κι όμως ήταν ακόμα πράγματα που έπρεπε να μάθουμε,

την αντοχή του χρόνου ενάντια της κυρτωμένης πλάτης

καθώς ο ποιητής έχτιζε τις στροφές του σχολαστικά

και τέλειωνε με μια πολεμική επωδό.

Ο Υπεράνθρωπος έπιασε το χέρι του, σαν να `χε

επιστρέψει μετά από χρόνια απουσία σε τόπο γνώριμο.

Αμούστακος ήταν ο ποιητής ακόμα, μα η συγκίνησή του

ολοφάνερη μπροστά στον Υπεράνθρωπο.


We left the poet’s house for last. When we entered

the verses flew in mid-air, lighter than thoughts,

harmonious rhythm opposite our wild youth.

We needed hide the tears and felt we wanted to look

elsewhere, this new world not to insult with our human

littleness, as though we seek to avoid responsibility

of our age and there were lots of things we could still

learn: the endurance of chronos opposite the stooping

backs while the poet structured his verses with care and

ended them with an polemic epode.

Ubermensch took the poet’s hand, as if after a long

absence He had found His most familiar face. The poet

still a beardless youth though obviously emotional before

the Ubermensch.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s