Tasos Livaditis-Selected Poems

ΓΥΜΝΑ ΧΕΡΙΑ

     Κανείς δε θα μάθει ποτέ με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή

μου, γιατί έπρεπε να προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ την

καταχθόνια δύναμη, που κρατούσε αυτήν την αδιατάρακτη τάξη,

φυσικά, όπως ήμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες με κούραζαν,

προτιμούσα, λοιπόν, πλαγιασμένος να βλέπω κρυμμένο το μυστικό

που φθείρουμε ζώντας, και πώς θα επιστρέψουμε με άδεια χέρια

      και συχνά αναρωτιόμουν, πόσοι να υπάρχουν, αλήθεια, στο σπί-

τι, καμιά φορά, μάλιστα, μετρούσα τα γάντια τους για να το εξα-

κριβώσω, μα ήξερα πως ήταν κι οι άλλοι, που πονούσαν με γυμνά

χέρια, άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι που δεν ξανάφευγαν, κι ας μην

τους έβλεπα, έβλεπα, όμως τους αμαξάδες τους που γερνούσαν και

πέθαιναν έξω στο δρόμο,

       ώσπου βράδιαζε σιγά σιγά, κι ακουγόταν η άρπα, που ίσως,

βέβαια, και να μην ήταν άρπα, αλλά η αθάνατη αυτή θλίψη που

συνοδεύει τους θνητούς.

EMPTY HANDS

     No one will ever learn with how many nights in vigil I maintained

my life as I had to be careful at every moment in danger of the sinister

power that preserved this undisturbed order, of course, as I was prone

to sickness such efforts tired me, therefore I preferred to lay down and

watch after the hidden secret we wear out in our lives and how we’ll

return with empty hands

     and often I asked myself how many people really live in the house

in fact sometimes I counted their gloves to confirm it although I knew

there were the others who were in pain with empty hands; again at

other times foreigners would come never to leave again even if I

couldn’t see them however I saw their carriage men growing old and

dying out in the street

     until night slowly came and you could hear the harp that perhaps,

most certainly, wasn’t an harp but the immortal sorrow that escorts

the mortals.

Constantine P. Cavafy-Poems

ΕΠΗΓΑ

Δεν εδεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα κ’ επήγα.

Στες απολαύσεις, που μισό πραγματικές

μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό μου ήσαν,

επήγα μες στην φωτισμένη νύχτα.

Κ’ ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς

που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής.

I WENT

I did not restrain myself.

I set myself entirely free and I went.

To the pleasures that were half real,

half turning around inside my mind,

I went to the illuminated night.

And I drank strong wines, like the ones

those who are unafraid of carnal delights drink.

Οι Έλληνες

ΕΛΛΑΣ

Στην αυγή του Δυτικού Πολιτισμού έλαμψε σαν Ήλιος ο κορυφαίος λαός της ανθρωπότητας. Έχοντας πλήρη επίγνωση της ανωτερότητάς του απέναντι στους άλλους λαούς, επινόησε και τελειοποίησε τις βασικές γραμμές της ανθρώπινης σκέψης. Στην τέχνη, στη φιλοσοφία, στην ποίηση, στη θρησκεία, στον πόλεμο, στην πολιτική, στην επιστήμη, στην ιστορία, σε όλους τους τομείς του πολιτισμού κι ακόμη στον ίδιο τον σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης, οι Έλληνες έθεσαν τα μέτρα και τα πρότυπα.

Οι Έλληνες νίκησαν τους Τιτάνες και τους Γίγαντες, ανακάλυψαν τον ιδανικό τρόπο ζωής και αποκάλυψαν τον άνθρωπο στην τέλεια μορφή του. Η εκπολιτιστική παγκοσμιότητα της σκέψης τους παραμένει η υπέρτατη πνευματική διαθήκη της ανθρωπότητας παρόλο που σήμερα τους θυμούνται ολοένα και λιγότεροι.

View original post 449 more words

Ρόδο της λύπης  και της λησμονιάς

Στρατής Φάβρος - Strates Fabbros

Τραγούδι ημιτελές

Ρόδο της λύπης  και της λησμονιάς

Με το χρόνο ψηλώνει το φράγμα της λήθης

αδύναμες οι εικασίες μας μπρος στο επέκεινα

οι αριθμοί κάμαν πάλι τη δουλειά τους

Aπ’ το φράχτη των Ηλυσίων θα σε βλέπω Αναξίμανδρε

πρόσφυγας στη χώρα του ωραίου θανάτου

μ’άγνωστο κλέος κατακείμενος στου κανενός τη χώρα

Ρόδο της λύπης και της λησμονιάς

Όσα ξενύχτησα στην χώρα εκείνη θα χαθούν

Κι όσα αξίζαν νέον ικέτη θα ζητούν

Δεν θα μου πέμπεις και μήτε θα μηνάς

Ρόδο της λύπης και της λησμονιάς

Μιαν αδιόρατη επιθυμία θα χεις για  ζωή

Μια λύπη καρφωμένη θα χω που θα ναι φυλακή

Ρόδο της λύπης και της λησμονιάς

Θολώνει η ζωή κι ο ερωτας φονιάς

Facebook

View original post

Adler’s Bordello: Jewish Female Paths in America

A R T L▼R K

41P4ERBQCRL._On the 16th of April 1900, Pearl (Polly) Adler was born in Ivanava (Yanow), Belarus, as the oldest of 9 siblings in a traditional Jewish family. When she was 12, her father, a successful travelling tailor, decided to send her ahead as the first link in the Russian “chain emigration” to the United States to stay with friends in Holyoke, Massachusetts. For 2 years she lived with “the Grodeskys, doing housework for them and attending public school. Shortly after her fourteenth birthday she began work in the local paper mills. The next year she moved to Brooklyn, N.Y., and lived with her cousins Lena and Yossell Rosen, working successively in a corset factory, as a seamstress at home, and as a machine operator in a shirt factory. An attractive teenager eager to escape the grinding poverty of immigrant life, Adler refused the penniless suitor her relatives had chosen…

View original post 861 more words