Übermensch, poetry by Manolis Aligizakis


                                                   ~ Για τον Ken Kirkby

Προχωρήσαμε προς το ζωγράφο που καθόταν στην άκρη

του δρόμου και τον ακούσαμε που ψέλλισε.

Έχω τραγουδήσει τραγούδι των χρωμάτων, τα χείλη του

ψυθίρισαν, έχω τραγουδήσει παστέλ και ώχρα,σκουρόχρωμο

κι αξεδιάλυτο, το υπνωτικό και το υπέροχο τα άρματά μου

ενάντια στο ποταπό η μύτη του πινέλου μου αιωνιότητα.

Τίποτα δεν έχουν που να να με πληγώσει, ούτε βέλος

να μου τρυπήσει την καρδιά, μήτε λέξη κακή να μ’ αμαυρώσει,

μήτε μοχθηρή ματιά να μου προσβάλει την αθωότητα.

Έχω τραγουδήσει, διάφανος ακόμα είμαι, γλώσσες ανθρώπων

δεν με νικούν, στα χέρια του ποταπού δεν είμαι παρά κακό

λάφυρο. Τα τιτιβίσματα πουλιών ζωγράφισα, δέρμα απαλό

γυναίκας άγγιξα, σε ταπεινό τραπέζι έφαγα, τον πλούτο του

πινέλου μου θυσία στο αιώνειο επρόσφερα.

Τί μου `μεινε εκτός να γίνω απαλή δροσιά να αιωρηθώ

πανάλαφρος και να ξαναρθώ σαν βροχή, ξανά τις ρίζες

του σταριού να θρέψω, ξανά στο σπέρμα άντρα να μπω,

ξανά την ύπαρξή μου να θελήσω.

Τα μάτια σας στου δρόμου τη στροφή κωλύονται

μα τα δικά μου πίσω απ’ τα χτίρια κοιτούν το μέλλον και

το παρελθόν μου ένας καρπός κι ένα λουλούδι αγγελούδι

νέας παρθένας που θα με γενήσει.

Έχω τραγουδήσει, μουρμουρητό που απελευθέρωσε

τη σκέψη, μια πιθανότητα έγινε δυνατότητα και φρούτου

φλοιός η καρδιά του που βαφτίστηκε άνθρωπος.


                                               ~ For Ken Kirkby

We walked toward the painter who sat by the side

of the road and we heard his soft whisper.

I’ve sung the song of colors, I’ve sung pastels and ochre

the chiaroscuro and the oblique, the mesmerising and

the delightful tools and armoury opposite the gross

the tip of my brush eternity. Nothing they have can hurt me

neither arrow can pierce my heart nor bad word blacken

my aura nor evil sight blemish my innocence.

I’ve sung, diaphanous I’ve stayed, people’s tongues

can’t spoil me and in the hands of gross I am but a bad

loot. Chirps of birds I’ve painted, women’s skin I’ve

touched, on humble table food I’ve enjoyed, my brush’s

wealth reverently laid unto the feet of the Eternal.

Nothing of me remains but the softest mist over

the void until I shall return a raindrop to moist roots

of grain, to enter a man’s sperm, to will my rebirth.

Your eyes stop at the turn of the road though mine

see far in my past, further into my future: one fruit

one flower a newborn to the next virgin who will

bear me.

I’ve sung, his whisper freed his thought, probability turned

into possibility and the rind turned into a heart of fruit that was

baptised man.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s