Derek Walcott-Poems/translated by Manolis Aligizakis

Είχα την τύχη να συναντήσω αυτό τον εξαίσιο ποιητή της Καραβαϊκής το 2010, επτά χρόνια πριν φύγει, σε εκδήλωση που οργάνωσε ο εκδότης μου Ekstasis Editions και να συνομιλήσω μαζί του για λίγη ώρα. Γεγονός που έχει μείνει ανεξίτηλο στην καρδιά μου. Του απενεμήθη το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1992.

It was my pleasure and joy to have met this great poet of the Caribbean (in 2010 7 years before his passing) at my Publisher’s event and the unparalleled experience to talk to him for while, which has left an inerasable mark upon my heart.In 1992, Walcott won the Nobel Prize in Literature. The Nobel committee described his work as “a poetic oeuvre of great luminosity, sustained by a historical vision, the outcome of a multicultural commitment.”


I watch the huge trees tossing at the edge of the lawn

like a heaving sea without crests, the bamboos plunge

their necks like roped horses as yellow leaves, torn

from the whipping branches, turn on an avalanche;

all this before the rain scarily pours from the burst,

sodden canvas of the sky like a hopeless sail,

gusting in sheets and hazing the hills completely

as if the whole valley were a hull outriding the gale

and the woods were not trees but waves of a running sea.

When light cracks and thunder groans as if cursed

and you are safe in a dark house deep in Santa

Cruz, with the light out, the current suddenly gone,

you think: “Who’ll house the shivering hawk, and the

impeccable egret and the cloud-coloured heron,

and the parrots who panic and the false fire of dawn?”


Παρατηρώ τα γιγάντια δέντρα που λυγούν στην άκρη του γρασιδιού

σαν εξογκωμένη θάλασσα δίχως κύματα, τα μπαμπού γέρνουν

τις κορφές τους σαν δεμένα άλογα καθώς τα κίτρινα φύλλα,

πεσμένα απ’ τα ανεμόδαρτα κλαδιά γίνονται καταιγίδα

κι όλα αυτά προτού η βροχή αρχίσει να πέφτει απ’ τα σύννεφα

μουσκεμένος ουράνιος καμβάς σαν ανέλπιδο ιστίο

δυνατή ριπή ανέμου που αιφνίδια σαρώνει τους λόφους

σαν να `ταν όλη η πεδιάδα γάστρα σκάφους που ξεπερνά

τη θύελλα και τα δάση δεν ήταν δέντρα παρά κύματα

της πανικοβλημένης θάλασσας.

Όταν το φως ραγίζει κι η βροντή βουίζει σαν καταραμένη

κι εσύ ασφαλής στα σκοτεινό σπίτι στη Σάντα Κρουζ,

σκέφτεσαι: Ποιός θα προστατεύσει τον φοβισμένο γεράκι

και τον υπέροχο ερωδιό και το μελανό βατραχοφάγο και

τους παπαγάλους που φρικιούν και τη ψεύτικη πρωινή φωτιά;»

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in: Logo

You are commenting using your account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s