Yannis Ritsos-Poems, volume I

MOONLIGHT SONATA// ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ

Τούτο το σπίτι, παρ όλους τους νεκρούς του,
δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να ζει απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του
σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να έρθω μαζί σου.
Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη,
κάτι θα τρίξει, – ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, – δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, –
η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, –
κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ’ αυτόν ή τον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ την σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις
καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, – πως να το φέρω; – Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, – αυτό μου απόμεινε,
αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω.
Άφησε με να έρθω μαζί σου….

This house despite all its dead it doesn’t intend to die

It insists on living with its dead

           to keep on living off its dead

to live in the certainty of its death

and to take care of its dead in decrepit beds

           and shelves

Let me come with you

Here no matter how lightly I walk in the haze of evening

whether with slippers or barefoot

something will creak – a window cracks or a mirror

some footsteps are heard – they are not mine

Perhaps these footsteps are not heard outside in the street

the repentance they say wears wooden shoes

and if you look in this or the other mirror

            behind the dust and the cracks

you’ll discern your face even hazier and more fragmented

your face that above all you wanted to maintain clear

            and indivisible

The rim of the water glass shines in the moonlight

like a circular razor – how can I bring it to my lips?

When I thirst so much – how can I bring it? – You see?

I am still in the mood for similes – this has stayed with me

this still assures me that I am not absent

Let me come with you

Tasos Livaditis-Poems

ΠΑΝΑΡΧΑΙΗ ΑΝΤΙΔΙΚΙΑ

       Θέλω να πω ότι κάθε νύχτα έπρεπε να τα παίζω όλα — και

μάλιστα χωρίς να `ναι κανείς στην άλλη πλευρά του τραπεζιού —

κανείς; αστείοι που είμαστε — αντίκρυ μου εκεί, κάθε νύχτα, στέκε-

ται ο Θεός, εγώ προσπαθώ να του ξεφύγω, εφευρίσκω πανουργίες

θανάσιμα αμαρτήματα, κάνω αποτρόπαιες σκέψεις, αλλά Εκείνος

με διεκδικεί ολόκληρο, λυσσάω που δεν μπορώ να βρω μια υπεκφυ-

γή, μια διέξοδο…

     Ώσπου αρχίζει να ξημερώνει. Ανοίγω τότε το παράθυρο και

άθελά μου χαμογελώ. Ο Θεός, για μια ακόμα φορά, με κέρδισε με

την καινούργια μέρα του.

ANCIENT CONTROVERSY

    I mean to say that every night I had to gamble everything and

indeed with no one at the other side of the table — no one? How

funny are we — opposite me, there, every night God stood. I try to

escape Him; I device schemes, deadly sins, I think out of the world

thoughts but He claims the whole of me; I rage that I can’t find an

excuse, a way out.

     Until dawn comes. Then I open the window and unconsciously

smile. God for another time has won me over with His new day. 

Στο «Ancient X-Files» του National Geographic Channel, ο δίσκος της Φαιστού

ΕΛΛΑΣ

Με στόχο να παρουσιαστεί παγκοσμίως ο δίσκος της Φαιστού, η ανακάλυψή του στα 1908 και όλο το φάσμα των προσεγγίσεων ως προς το περιεχόμενό του, πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ, που εντάσσεται σε μια σειρά με τίτλο «Ancient X-Files», υπό τη γενική εποπτεία και διεύθυνση του National Geographic Society των ΗΠΑ.

Κρήτης συνεργάζεται με το Πανεπιστήμιο Οξφόρδης σε θέματα της Μινωικής Κρήτης, όπως «Λαβύρινθος» και «Ο δίσκος της Φαιστού» και ο δρ Γκάρεθ Οουενς, γλωσσολόγος και συντονιστής του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Διά Βίου Μάθησης «Έρασμος» στο ΤΕΙ Κρήτης, ήταν στις 8, 9 και 10 Νοέμβριου στο Christ Church College του Πανεπιστημίου Οξφόρδης για θέματα της Μινωικής Κρήτης, όπως «Λαβύρινθος» και «Ο δίσκος της Φαιστού».

View original post 537 more words

Daily Dose of Bhagwad Gita

Be Inspired..!!

Quotes on Gita :‘If one reads Bhagavad-Gita very sincerely and with all seriousness, then by the grace of the Lord the reactions of his past misdeeds will not act upon him’Lord Shiva to Parvatidevi, Gita-Mahatmya.

No other philosophical or religious work reveals ,in such a lucid and profound way, the nature of consciousness, the self, the universe and the Supreme. I will shall read (Youtube Link Attached) and write Gita verses from the book “Bhagvan-Gita As It Is” by Swami Prabhupada everyday.

Bhagavad Gita – Chapter 2- Verse 25

Chapter 2 – Contents of the Gita Summarised

Text 25 – It is said that the soul is invisible, inconceivable and immutable. Knowing this, you should not grieve for the body.

Purport – As described previously, the magnitude of the soul is so small for our material calculation that he cannot be seen even by the most powerful microscope…

View original post 255 more words

Νίκος Δόικος: Όνειρο III

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Όνειρο III

Τον Μάη μια φλόγα μ’ ανάστησε
Φουρτούνα μέσα στις φλέβες μου
Κατέλαμψε η πλάση στα πέρατα
Κάθε νύχτα σιγοκαίει το ίδιο δέντρο

Τις μάχες αναπόλησα που χαράξανε
Τρεις άσβεστες πληγές στα στήθη μου
Παρασύρθηκα (είπα τότε) στην ορμή των ανέμων
Κάθε νύχτα σφαδάζει το ίδιο όνειρο

Στην κορφή του Καύκασου μ’ αλυσόδεσαν
Μα οι πληγές μου τα βράδια γιατρεύονταν
Στις φτερούγες του αετού ζυγιάστηκα
Κάθε νύχτα φέγγει το ίδιο όνειρο

Και σαν πρώτα ο πόνος γύρισε μέσα μου
Βρήκε την οργή μου και ζευγαρώσανε
Τους δυνάστες μαζί να χαλάσουν
Κάθε νύχτα καλπάζει το ίδιο όνειρο

Τις μάχες αναπόλησα που χαράξανε
Τρεις άσβεστες πληγές στα στήθη μου
Παραδόθηκα (τώρα ξέρω) στην ορμή των ανέμων
Και τ’ όνειρο αναθρώσκει ως κατάλευκο άτι

Από τη συλλογή Επιστροφή στον 21ο αιώνα (2019) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

View original post

J. Michael Yates, poems

Ποίημα του καλού μου φίλου J. Michael Yates που έφυγε το 2019

Poem by my friend and mentor J. Michael Yates who passed 2019

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ

I

Το μαύρο δέντρo στο τέλος του δρόμου

αποπνέει την τελευταία συλλαβή

της τελευταίας πρότασης

Το μαύρο δέντρο στο τέρμα

είναι το μόνο μέρος του ορίζοντα μου

που δεν απομακρύνεται καθώς πλησιάζω

Τα χέρια, η κεφαλή και τα πόδια μου

έλκονται κοντά του σαν τους δείχτες της πυξίδας

και το δέρμα μου παρομοιάζει και

δίνει την αίσθηση σκοτεινόχρωμου ξύλου.

Τώρα τα μέρη μου δεν  ανήκουν σε κανένα σύνολο

τα άκρα μου μόνο μοιάζουν σε μέρη άλλων πραγμάτων

και το τσεκούρι που πάντα κουβαλώ

άρχισε να σκουριάζει.


Η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού

κι η φωτεινή

αποτελούν το ίδιο φεγγάρι

ένα μικρό κύκλο ψεύτικο φως

στο απέραντο ψεύτικο σκοτάδι.

DEATH THE FIRST

I

The black tree at the end of the road

exclaims the last syllable of the last sentence.

The black tree at the terminus

is the only part of my horizon

that doesn’t retreat as I near.

My hands and head and legs

magnetize toward it like compass needles

and my skin takes on the

look and feel of wood, darkly-grained.

Now my parts belong to the whole;

my limbs only resemble parts of other things,

and the axe I’ve carried always

has always been rusting.

The moon is a dark side

and a light side

and all the same moon;

a small circle of fraudulent light

in the long fraudulent dark.

Yannis Ritsos-Poems, Volume I

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ ΕΛΕΝΗ (απόσπασμα)

HELEN by YANNIS RITSOS (excerpt)

Και, τότε, οι δούλες οργίζονται ανεξήγητα μαζί μου, πετάνε τη σκούπα
εδώ, καταμεσής στην κάμαρά μου, μπαίνουν στην κουζίνα· — τις ακούω
να ψήνουν σε μεγάλα μπρίκια καφέ, να χύνουν τη ζάχαρη χάμου —
η ζάχαρη τρίζει κάτω απ’ τα παπούτσια τους· η μυρωδιά του καφέ
περνάει απ’ το διάδρομο, πλημμυρίζει το σπίτι, κοιτιέται στον καθρέφτη
σαν ένα πρόσωπο κουτό, μελαχρινό, αναιδές, με αχτένιστα τσουλούφια,
με δυο ψεύτικα γαλάζια σκουλαρίκια· φυσάει στον καθρέφτη το χνότο της,
θαμπώνει το γυαλί. Νιώθω τη γλώσσα μου να ψάχνει μες στο στόμα μου·
νιώθω πως έχω ακόμη σάλιο. «Έναν καφέ κι εμένα», φωνάζω στις δούλες·
«έναν καφέ», (μόνο καφέ ζητώ· δε θέλω τίποτ’ άλλο). Εκείνες
κάνουν πως δεν ακούν. Ξαναφωνάζω πάλι και πάλι
χωρίς πίκρα ή οργή. Δεν απαντούν. Τις ακούω να ρουφούν τον καφέ τους
απ’ τα δικά μου πορσελάνινα φλιτζάνια με το χρυσό περιστόμιο
και τα λεπτά, μενεξεδένια ανθάκια. Σωπαίνω και κοιτάζω
κείνη τη σκούπα ριγμένη στο πάτωμα σαν το άκαμπτο πτώμα
εκείνου του ψηλού, λιγνού μαναβόπουλου, που, εδώ και χρόνια,
μου ’δειχνε ανάμεσα στα κάγκελα του κήπου το μεγάλο φαλλό του.

And then the servants get inexplicably very angry with me they

                throw the broom

here in the middle of my room they go to the kitchen –

                I hear them

boiling coffee in big pots spilling sugar on the floor –

the sugar crunches under their shoes the smell of coffee

spreads through the hallway floods the house looks at itself

                 in the mirror

like a silly dark impudent face with uncombed locks

                 of hair

with two light blue false earrings that blows its breath on

                 the mirror

the glass clouds I feel my tongue rolling around

                 my mouth

I feel that I still have some saliva “a coffee for me too” I

                 yell at the servants

 “a coffee” (I ask only for a coffee nothing else) they

pretend that they don’t hear me I yell again and again

without bitterness or anger They don’t answer I hear them

                sipping their coffee

from my porcelain cups with gold rims

and delicate purple flowers I keep silent and gaze at

that broom thrown on the floor like a stiff corpse

of that tall and slim young vegetable seller who some years ago

showed me his big penis between the railings of the garden

Δημοσθένης και Πειραιάς

ΕΛΛΑΣ

Ο Δημοσθένης ασκείται στις ακτές του Φαλήρου (έργο Ευγένιου Ντελακρουά).

Του Στέφανου Μίλεση

Στον Πειραιά, στην καρδιά της δημοτικής αγοράς, υπάρχει σήμερα η «οδός Δημοσθένους» προς τιμή του μεγαλύτερου ίσως ρήτορα της αρχαιότητας. Όπως είναι γνωστό καμιά ονοματοθεσία δρόμου από τη σύσταση του Δήμου Πειραιά (1835) κι ύστερα, δεν ήταν τυχαία αλλά βασιζόταν πάνω σε μια ιστορία έγγραφη ή άγραφη, που γεννούσε ένα δεσμό ανάμεσα στο αντικείμενο της ονοματοθεσίας και στην πόλη. Έτσι και η ύπαρξη ενός δρόμου που φέρει το όνομα του Δημοσθένη δεν φαίνεται να έγινε τυχαίως, αλλά διότι στην αρχαιότητα υπήρχε σχέση του Πειραιά με τον μεγάλο ρήτορα, καθώς του άρεσε να συχνάζει και να χάνεται μέσα στο πλήθος των μετοίκων που κυκλοφορούσαν τότε στον Πειραιά για να μην αισθάνεται άσχημα για την καχεξία του.

View original post 1,656 more words

Daily Dose of Bhagwad Gita

Be Inspired..!!

Quotes on Gita :‘If one reads Bhagavad-Gita very sincerely and with all seriousness, then by the grace of the Lord the reactions of his past misdeeds will not act upon him’Lord Shiva to Parvatidevi, Gita-Mahatmya.

No other philosophical or religious work reveals ,in such a lucid and profound way, the nature of consciousness, the self, the universe and the Supreme. I will shall read (Youtube Link Attached) and write Gita verses from the book “Bhagvan-Gita As It Is” by Swami Prabhupada everyday.

Bhagavad Gita – Chapter 2- Verse 24

Chapter 2 – Contents of the Gita Summarised

Text 24 – This individual soul is unbreakable and insoluble, and can be neither burned nor dried. He is everlasting, present everywhere, unchangeable, immovable and eternally the same.

Purport – All these qualifications of the atomic soul definitely prove that the individual soul is eternally the atomic particle of the spirit…

View original post 190 more words

Constantine P Cavafy-Poems

ΤΟ 31 Π.Χ. ΣΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Απ’ την μικρή του, στα περίχωρα πλησίον, κώμη

και σκονισμένος από το ταξείδι ακόμη

έφθασεν ο πραγματευτής. Και «Λίβανον» και «Κόμμι!»

«Άριστον Έλαιον» «Άρωμα για την κόμη»

στους δρόμους διαλαλεί. Αλλ’ η μεγάλη οχλοβοή

κ’ η μουσικές, κ’ η παρελάσεις που αφήνουν ν’ ακουσθεί.

Το πλήθος τον σκουντά, τον σέρνει, τον βροντά.

Κι όταν πια τέλεια σαστισμένος Τί είναι η τρέλλα αυτή; ρωτά

ένας του ρίχνει κι αυτουνού την γιγαντιαία ψευτιά

του παλατιού—που στην Ελλάδα ο Αντώνιος νικά.

IN ALEXANDRIA, 31 B.C.

From his small town, close to the suburbs

and still full of dust from the trip

the traveling salesman arrives. And “Frankincense” and “Gum!”

“The Finest Olive Oil!” “Fragrance for your Hair!”

He cries out on the streets. But the big noise of people,

and the music and the parades won’t let him be heard.

The crowd pushes him, pulls him along, hits him.

And when finally, totally dazed he asks, what madness is this?

Someone throws at him the gigantic lie

of the palace—that Anthony triumphs in Greece.