Yannis Ritsos-Poems, Volume I



Και, τότε, οι δούλες οργίζονται ανεξήγητα μαζί μου, πετάνε τη σκούπα
εδώ, καταμεσής στην κάμαρά μου, μπαίνουν στην κουζίνα· — τις ακούω
να ψήνουν σε μεγάλα μπρίκια καφέ, να χύνουν τη ζάχαρη χάμου —
η ζάχαρη τρίζει κάτω απ’ τα παπούτσια τους· η μυρωδιά του καφέ
περνάει απ’ το διάδρομο, πλημμυρίζει το σπίτι, κοιτιέται στον καθρέφτη
σαν ένα πρόσωπο κουτό, μελαχρινό, αναιδές, με αχτένιστα τσουλούφια,
με δυο ψεύτικα γαλάζια σκουλαρίκια· φυσάει στον καθρέφτη το χνότο της,
θαμπώνει το γυαλί. Νιώθω τη γλώσσα μου να ψάχνει μες στο στόμα μου·
νιώθω πως έχω ακόμη σάλιο. «Έναν καφέ κι εμένα», φωνάζω στις δούλες·
«έναν καφέ», (μόνο καφέ ζητώ· δε θέλω τίποτ’ άλλο). Εκείνες
κάνουν πως δεν ακούν. Ξαναφωνάζω πάλι και πάλι
χωρίς πίκρα ή οργή. Δεν απαντούν. Τις ακούω να ρουφούν τον καφέ τους
απ’ τα δικά μου πορσελάνινα φλιτζάνια με το χρυσό περιστόμιο
και τα λεπτά, μενεξεδένια ανθάκια. Σωπαίνω και κοιτάζω
κείνη τη σκούπα ριγμένη στο πάτωμα σαν το άκαμπτο πτώμα
εκείνου του ψηλού, λιγνού μαναβόπουλου, που, εδώ και χρόνια,
μου ’δειχνε ανάμεσα στα κάγκελα του κήπου το μεγάλο φαλλό του.

And then the servants get inexplicably very angry with me they

                throw the broom

here in the middle of my room they go to the kitchen –

                I hear them

boiling coffee in big pots spilling sugar on the floor –

the sugar crunches under their shoes the smell of coffee

spreads through the hallway floods the house looks at itself

                 in the mirror

like a silly dark impudent face with uncombed locks

                 of hair

with two light blue false earrings that blows its breath on

                 the mirror

the glass clouds I feel my tongue rolling around

                 my mouth

I feel that I still have some saliva “a coffee for me too” I

                 yell at the servants

 “a coffee” (I ask only for a coffee nothing else) they

pretend that they don’t hear me I yell again and again

without bitterness or anger They don’t answer I hear them

                sipping their coffee

from my porcelain cups with gold rims

and delicate purple flowers I keep silent and gaze at

that broom thrown on the floor like a stiff corpse

of that tall and slim young vegetable seller who some years ago

showed me his big penis between the railings of the garden

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s