Yannis Ritsos-Poems, Volume I

MOONLIGHT SONATA, by YANNIS RITSOS/translated by Manolis Aligizakis

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας.
Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρογγυλά,
μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, – σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται
από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;
Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια
και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια,
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω όχι τα δίνω,
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν
πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου.

This house suffocates me. Especially the kitchen which is

like a sea bottom The hanging coffeepots glitter

like round large eyes of exquisite fishes

the plates move slowly like jellyfish

seaweed and shells clutch at my hair – I can’t unstuck

         them any longer

I can’t rise up to the surface again –

the platter falls off my hands soundless – I slump

and see bubbles from my breath rising

           and rising

and I try to have fun watching them

and I wonder what one standing above could say seeing

           these bubbles

perhaps that someone has drown or that a diver explores the sea

           floor?

And truly it is not just a few the times I have discovered it

the depths of drowning

corals and pearls and treasures of sunken ships

unexpected encounters and events of yesterday today and

           tomorrow

a verification almost of eternity

a certain breather a certain smile of immortality as they say

certain happiness a euphoria even some enthusiasm

corals pearls and sapphires

only that I don’t know how to give them – no – I do give them

only that I don’t know whether they can receive them – anyway I

            give them

Let me come with you

Derek Walcott, poems in two languages

Είχα την τύχη να συναντήσω αυτό τον εξαίσιο ποιητή της Καραβαϊκής το 2010, επτά χρόνια πριν φύγει, σε εκδήλωση που οργάνωσε ο εκδότης μου Ekstasis Editions και να συνομιλήσω μαζί του για λίγη ώρα. Γεγονός που έχει μείνει ανεξίτηλο στην καρδιά μου. Του απενεμήθη το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1992.

It was my pleasure and joy to have met this great poet of the Caribbean (in 2010 7 years before his passing) at my Publisher’s event and the unparalleled experience to talk to him for while, which has left an inerasable mark upon my heart. In 1992, Walcott won the Nobel Prize in Literature. The Nobel committee described his work as “a poetic oeuvre of great luminosity, sustained by a historical vision, the outcome of a multicultural commitment.”

WHITE EGRETS

V

These birds keep modelling for Audubon,

the Snowy Egret or the White Heron in a book

that, in my youth, would open like a lawn

in emerald Santa Cruz, knowing how well they look,

strutting perfection. They speckle the islands

on river-bank, in mangrove marsh or cattle pasture,

gliding over ponds, then balancing on the ridge

of a silken heifer, or fleeting disaster

in hurricane weather, and picking ticks

with their electric stab as if it were sheer privilege

to study them in their mythical conceit

that they have beat across the sea from Egypt

with the pharaonic ibis, its orange beak and feet

profiled in quiet to adorn a crypt,

then launch themselves with wings that, beating faster,

are certain as a seraph’s when they beat.

ΛΕΥΚΟΙ ΕΡΩΔΙΟΙ

V

Αυτά τα πουλιά μοντελάρουν για τον Όντομπον,

τον Πάνλευκο Ερωδιό ή το Λευκό Βατραχοφάγο

σ’ ένα βιβλίο που μικρό παιδί άπλωνα σαν γρασίδι

στη σμαραγδένια Σάντα Κρουζ γνωρίζοντας

ότι έδειχναν τόσο υπέροχα, σχεδόν τέλεια.

Διακοσμούσαν τα νησιά, τις όχθες των ποταμών

τα δάση από δέντρα μάνγκο και τους βοϊδότοπους,

γλιστρώντας πάνω από λιμνούλες, ισορροπώντας

στη απαλή ράχη νεαρής αγελάδας ή πετώντας βιαστικά

ν’ αποφύγουν το κακό μιας καταιγίδας και ραμφίζοντας

τα στιμπούρια με τα εκλεκτικά τους ράμφη σαν να `χαν

το μοναδικό δικαίωμα να τα μελετήσουν στο μυθικό τους

κόσμο που είχαν φέρει από τη μακρινή θάλασσα της

Αιγύπτου με τις ίβηδες του Φαραώ, τα πορτοκαλλί

ράμφη και πόδια τους φαίνονταν δειλά σαν να στόλιζαν

κάποια κρύπτη και μετά να ορμούν στον άνεμο με

φτερά που έμοιαζαν αγγέλων όταν φτερούγιζαν γρήγορα.

Πώς απεικόνιζαν οι αρχαίοι Μακεδόνες τις τέσσερις εποχές

ΕΛΛΑΣ

Το Θέρος στην αρχαία Μακεδονία έχει μαλλιά με χρυσοκάστανες αποχρώσεις, μια δέσμη από στάχυα, αλλά δεν έχει.. φύλο

Τα εντυπωσιακά ψηφιδωτά των ανθρωπινων μορφών διακοσμούσαν το δάπεδο ενός ρωμαϊκού σπιτιού – σύμφωνα με τους ειδικούς πιθανότατα στη Θεσσαλονίκη.

View original post 345 more words

Yves Tanguy: Decoding Surrealism

A R T L▼R K

113572735X

On the 5th of January 1900, the French surrealist painter Yves Tanguy was born in Paris. The journey that led him to his eventual profession as a painter can be described as one worthy of any decent surrealist. In 1918, Tanguy started working for the merchant navy; he was then drafted into the Army, but in 1922, he decided to return to Paris, where he did various odd jobs, until his life-transforming epiphany. According to the artist’s recollections, the major impulse to start drawing came after seeing one of de Chirico’s paintings. This sudden urge to become an artist came then as much from Tanguy’s unconscious as the subjects of his later works, making of him one of the greatest representatives of Surrealism. “In that his art relies above all on ‘surprise’, blind chance, involuntary memory and stream-of-unconsciousness…” whilst on the other hand there is “a single-minded devotion…

View original post 652 more words

Σοφία Περδίκη, Οι Απέναντι

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Οι Απέναντι

Μας καλούν συνέχεια οι Απέναντι
στη βωβή τους ζωή.
Να πάμε
λέει η πρόσκληση
επισήμως γδυμένοι
ένα βράδυ
όταν θα ’χουν σβήσει τα αίματα
και θα ’χουνε λιώσει τα κεριά
ν’ αφήσουμε τις φωνές μας
στην κρεμάστρα
μπαίνοντας στον χώρο υποδοχής
να βγάλουμε τα τακούνια
απ’ τα παπούτσια
και τα δόντια μας με την τανάλια
τα κόκαλά μας να τυλίξουμε
προσεκτικά
να μην κροταλίζουνε στα γέλια
να εκπνέουμε αθόρυβα
αντί να παίρνουμε ανάσα.
Στη σάλα τη μεγάλη
ν’ αφήσουμε τα συναισθήματά μας
στην άκρη
και να στρωθούμε στο τραπέζι
με φόβο μπουκωμένοι.
Μας εγκαλούν από απέναντι συχνά
να κάνουμε ησυχία.

Από τη συλλογή Το αιώνιο αίνιγμα (2020) της Σοφίας Περδίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Περδίκη

View original post