Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III

ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ/PERSEPHONE

(Απόσπασμα IV–Excerpt IV)


Όταν πρωτόρθε στο σπίτι ο αδελφός της μητέρας
είχε κάτι σταχτί, σαν αυτά τα ποτάμια. Ξαφνικά είχε αρρωστήσει.
Τον βάλαν στο μεγάλο κρεβάτι· του πήραν βεντούζες (θαρρώ είχε κρυώσει
απ’ το μεγάλο φως κι απ’ τη ζέστη) · — θυμάμαι τις πλάτες του
μελαχρινές, φαρδιές, δυνατές, σα χλοϊσμένο λιβάδι. Φοβόμουν
μην πάρει φωτιά το τρίχωμά του, — τόσο σιμά το σπαρματσέτο,
άσπρο το σπαρματσέτο στο ασημένιο κηροπήγιο. Μετά το ακουμπήσαν
στο μάρμαρο του νιπτήρα. Το δωμάτιο μύριζε καμένο μπαμπάκι.
Τα ρούχα του, ακόμη ζεστά, ριγμένα στην καρέκλα. Κοιτούσα
το σπαρματσέτο να στάζει μεγάλες σταγόνες στο μάρμαρο.

Ο θείος
έπιασε τη ματιά μου. Ντράπηκα. Ήθελα να φύγω. Δεν μπορούσα.
Είχε γυρίσει ανάσκελα· είχε κατεβάσει τη φανέλα του·
και μόλο που το στήθος του ήταν σκοτεινό, κι η φανέλα του κάτασπρη,
είχες ωστόσο την εντύπωση πως μια κατάμαυρη κουρτίνα
είχε σκεπάσει κάτι πολύ φωτεινό κι επικίνδυνο. Έτσι, τότε,
ο θείος, με το σεντόνι ανεβασμένο ώς πάνω στο πηγούνι,
χαμογελούσε ωραία μέσ’ απ’ τον πυρετό του. Κάτω απ’ το σεντόνι
ξεχώριζαν τα δυνατά του πόδια ώς τη ρίζα. Βγήκα απ’ το δωμάτιο.
Δεν τον ξανάδα όσο έμεινε· γυρνούσα στους αγρούς.

When my mother’s brother came to the house for

the first time he had something gray on him, like

those rivers. Suddenly he became ill; they laid him

on this bed, applied a few wet cuppings, I believe

he had caught a cold from the bright light and the heat,

I remember his wide shoulders, strong like grassy fields.

You’d fear his hair would catch fire, the candle was

so close, white candle on the silver candlestick. After

that they put it in the marble sink. The room smelled

of burnt cotton. His cloths, still warm, were thrown

on the chair. I noticed the candle dripped big drops

of wax on the marble.

My uncle noticed my glance. I felt embarrassed, wanted

to leave, I couldn’t. He was turned on his back; he had

lowered his flannel and although his chest was dark and

his flannel snow-white you had the impression that a dark

curtain was pulled over something very bright and

dangerous. That way, then, my uncle, with the bed-sheet

pulled up to his chin, had a beautiful smile despite his

fever. You could feel his feet up to their roots under

the bed-sheet. I walked out of the room. I didn’t see him

again for all the time he stayed home. I was out in

the fields.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s